Ένα από τα πρώτα νομολογιακά θύματα της δημοσιονομικής κρίσης υπήρξε η (λεγόμενη) επεκτατική ισότητα. Η δυνατότητα του δικαστή να επεκτείνει ευνοϊκές διατάξεις και σε άλλες κατηγορίες προσώπων είχε ήδη στο παρελθόν βρεθεί στο επίκεντρο έντονων θεωρητικών και νομολογιακών αντιπαραθέσεων· στην «περίοδο των μνημονίων», όμως, ο δικαστικός αυτοπεριορισμός εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στο συγκεκριμένο πεδίο, ενόψει της εύλογης ανάγκης να διαφυλαχθεί η ισορροπία του κρατικού προϋπολογισμού. Η παρούσα μελέτη εξετάζει καταρχάς τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα αυτή η αναδίπλωση από παλαιότερες, πιο προωθημένες νομολογιακές θέσεις. Στη συνέχεια, επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα της επεκτατικής ισότητας μέσα από μια ανάλυση της ίδιας της αρχής της ισότητας, προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση ότι η επέκταση ευνοϊκής διάταξης αποτελεί στην πραγματικότητα αυτονόητη συνέπεια της κανονιστικής φύσης της εν λόγω συνταγματικής αρχής με συγκεκριμένα, εγγενή όρια. Τέλος, αξιοποιώντας τα συμπεράσματα της συγκριτικής επισκόπησης των λύσεων που υιοθετούνται από άλλες έννομες τάξεις, προτείνεται μια ενδιάμεση προσέγγιση που σκοπό έχει να συμβιβάσει σε κάποιο βαθμό από τη μία πλευρά τις δημοσιονομικές ανησυχίες και τις ενστάσεις που αφορούν τον σεβασμό της αρχής της διάκρισης των εξουσιών με την ανάγκη, από την άλλη πλευρά, παροχής έννομης προστασίας και διαφύλαξης του κανονιστικού περιεχομένου της αρχής της ισότητας.

 

Διαβάστε το άρθρο