Του Αντώνη Μανιτάκη
Ομότιμου καθηγητή
Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Περίληψη
Αντικείμενο της παρούσας γραπτής εισήγησης, που ένα μέρος της παρουσιάστηκε προφορικά στην ημερίδα που διοργανώθηκε από το Ίδρυμα της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2015, είναι να διερευνήσει, με βάση τη διδασκαλία του Μάνεση, αν η αποκαλούμενη «λαϊκή εντολή», έτσι όπως εννοείται από όσους την επικαλούνται και πρώτοι οι κυβερνώντες του Συριζα, εναρμονίζεται με το κλασικό νόημα της λαϊκής κυριαρχίας, όπως αυτό εννοείται σε συνάρτηση με την αντιπροσωπευτική αρχή και ειδικά με την ελεύθερη εντολή και τη σχέση αντιπροσώπευσης.
Η θέση του συγγραφέα είναι ότι το δόγμα της «λαϊκής εντολής», έτσι όπως εκδηλώνεται και διαδίδεται ως σχέση επιτακτικής και μάλιστα κομματικής, δεσμευτικής, εντολής των οπαδών και «ψηφοφόρων» του κυβερνώντος κόμματος προς τους κυβερνώντες να τηρήσουν, πάση θυσία, το κυβερνητικό πρόγραμμα, που είχαν προεκλογικά δεσμευτεί να εφαρμόσουν, και η τυχόν απόκλιση από αυτό αποτελεί παραβίαση ή προδοσία της «λαϊκής εντολής», αυτή η εκδοχή της αντιπροσωπευτικής αρχής αποτελεί κατάφορη παραφθορά της. Ούτε απορρέει άλλωστε παρόμοια ‘εντολή’ από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η αντιπροσώπευση συνιστά μεν μια σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης του αντιπρόσωπου με τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά αντιπροσωπευόμενος δεν είναι ο κομματικός ψηφοφόρος ούτε κάν οι ψηφοφόροι της εκλογικής περιφέρειας του αντιπροσώπου βουλευτή, αλλά ο λαός στο σύνολό του, ο λαός ως πολιτική ενότητα και ως πλασματικό πολιτικό υποκείμενο.
Το επιχείρημά μου στηρίζεται επί πλέον στο ότι η μεν αρχή της λαϊκής κυριαρχίας κατοχυρώνεται συνταγματικά, εφόσον και καθόσον όλες οι κρατικές εξουσίες ασκούνται «καθ΄όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα» και μάλιστα «υπάρχουν υπέρ του λαού και του έθνους», η δε αντιπροσωπευτική αρχή ορίζει ρητά και όχι τυχαίως ότι οι «βουλευτές αντιπροσωπεύουν το «έθνος», δηλαδή το λαό ως σύνολο και όχι μόνο τις εκλογικές περιφέρειες του αντιπροσώπου. Από τις προηγούμενες συνταγματικές αρχές συνάγεται ότι οι υποψήφιοι βουλευτές επιλέγονται από ένα κόμμα και εκλέγονται από τον λαό, για να αντιπροσωπεύσουν το σύνολο του λαού και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του και πάντως δεν εκλέγονται για να εκπροσωπήσουν μία μερίδα μόνον του λαού ή μόνον τους «εικαζόμενους» σταυροδότες ψηφοφόρους τους. Αν ως λαϊκή εντολή νοηθεί ένα είδος επιτακτικής, κομματικής, εντολής των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος προς τους βουλευτές του, τότε η δέσμευση αυτή πρέπει να εκληφθεί δέσμευση ηθικο-πολιτικής υφής -μεγάλης σημασίας, είναι αλήθεια, για την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, αλλά δέσμευση κομματικής υφής και μόνον. Αφορά άρα αποκλειστικά την πολιτική σχέση των ψηφοφόρων του κόμματος προς τους βουλευτές τους και δεν απορρέει ούτε βρίσκει κανονιστικό έρεισμα στην αντιπροσωπευτική αρχή ή στη λαϊκή κυριαρχία, ούτε, βέβαια, χαρακτηρίζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που δεν είναι δημοκρατία της επιτακτικής εντολής, αλλά δημοκρατία των αντιπροσώπων του λαού.

Ολόκληρη η Δημοσίευση