Και η άτυπη μετάπλασή του, μέσω της πραγμάτωσής του, από αυστηρό και τυπικό σε ήπιο και άτυπο

Το παράδοξο: εντυπωσιακή ανθεκτικότητα της συνταγματικής νομιμότητας και του ισχύοντος πολιτεύματος παρά την καταρράκωση του πολιτικού και κομματικού συστήματος1

Το πλέον αξιοπρόσεκτο και, τελικά, το πλέον αξιοπερίεργο στην περίπτωση της Ελλάδος, σε ό,τι αφορά ειδικά την επίδραση της «κρίσης» στο Σύνταγμα, αλλά και το αντίστροφο, την επίδραση του Συντάγματος στην «κρίση», είναι ότι παρά την τρομακτική, χωρίς προηγούμενο και χωρίς τελειωμό, δημοσιονομική κρίση, το Σύνταγμα επέδειξε μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα2, τόσο όσον αφορά την ισχύ και την κανονιστικότητά του όσο και σε ό,τι αφορά τη νομιμοποιητική του λειτουργία.

Εκείνο, δηλαδή, που παρατηρείται στη διάρκεια της επτάχρονης, 2009-2016, ύφεσης και της εφαρμογής ενός βίαιου ευρωπαϊκού και διεθνούς προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και άτεγκτης λιτότητας, είναι ότι η διακυβέρνηση της χώρας συντελέστηκε, βασικά, με σεβασμό στους συνταγματικούς κανόνες του δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι διενεργήθηκαν την ίδια περίοδο, σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας και συνταγματικής κανονικότητας τρείς εκλογικές αναμετρήσεις, (το 2009, το 2012 και το 2015, δύο φορές, τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο, καθώς και ένα δημοψήφισμα), συντελέστηκε ομαλή διαδοχή στην εξουσία μιας κεντρο-δεξιάς κυβέρνησης από μια αριστερή και άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις και τέσσερις πρωθυπουργοί. Και όλα αυτά παρά την πολιτική πόλωση, την άδηλη εμφυλιο-πολεμική πολιτική αντιπαλότητα, τις κοινωνικές εντάσεις και τους οικονομικούς κραδασμούς.

Το δημοκρατικό πολίτευμα μαζί με το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης λειτούργησαν, στην περίοδο της κρίσης, κανονικά, με σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές του, χωρίς να εγερθούν μείζονα ζητήματα αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας, χωρίς να διαταραχθεί η ομαλή λειτουργία τους ή να απειληθεί η ανατροπή τους και, κυρίως, χωρίς να τεθεί, ποτέ, ζήτημα αναστολής ισχύος των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών και θέσης σε ισχύ καθεστώτος έκτακτης ανάγκης (άρθρο 48 του Συντάγματος). Και είναι λάθος να εξομοιώνεται το νομοθετικό και νομολογιακό κατά βάση ‘δίκαιο της κρίσης’, που διαμορφώθηκε στη χώρα μας και σε άλλες χώρες με αφορμή τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, με το «δίκαιο της ανάγκης».3 Πρόκειται για εντελώς διαφορετικές νομικές και πραγματικές καταστάσεις. Η νομοθεσία και νομολογία της κρίσης εντάσσεται και λειτουργεί στο πλαίσιο της ισχύουσας συνταγματικής νομιμότητας και κανονικότητας, όπως θα δούμε αναλυτικά πιο κάτω. Χρησιμοποιεί απλώς συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις και διαδικασίες ή ρήτρες και γνώμονες δικανικούς και αόριστες νομικές έννοιες, που αιτιολογούν ή δικαιολογούν τη λήψη κρατικών αποφάσεων «επείγοντος» ή «εξαιρετικού χαρακτήρα», που εξυπηρετούν, όμως, βασίμως, λόγους γενικότερου δημοσίου οικονομικού συμφέροντος4. Η «κρίση» επομένως δικαιολογεί τη λήψη μέτρων εξαιρετικών, ως αναγκαίων, και η επίκληση της αναγκαιότητάς τους λειτουργεί εδώ ως τεκμήριο, μαχητό, νομιμότητας ή και συνταγματικότητας. Η αναγκαιότητα αξιολογείται δικαστικά, λόγω των περιστάσεων, ως μορφή «κανονικότητας» και η κανονικότητα χαρίζει στην απόφαση κανονιστικότητα. Με άλλα λόγια η μνημονιακή αναγόρευση της «αναγκαιότητας» σε στοιχείο της «κανονικής και ισχύουσας» νομιμότητας, πού συντελείται μετά από στάθμιση και αξιολόγηση νομική του «δημοσίου συμφέροντος» και δια μέσου του τεστ ή του γνώμονατα της αναλογικότητας, κατέστησε τα μέτρα συνταγματικά δικαιολογημένα και άρα θεμιτά. Και είναι με αυτή την μορφή του σταθμιστικού συλλογισμού και ενός ορθολογικού ελέγου της συνταγματικότητας που εντάχθηκαν τα εξαιρετικά μέτρα στο χώρο της «κανονιστικότητας» και άρα του Δικαίου. Για αυτό το λόγο το δίκαιο της κρίσης δεν πρέπει να συγχέεται με το δίκαιο της ανάγκης. Το πρώτο βρίσκεται εντός του Δικαίου, το δεύτερο εκτός δικαίου, έστω και προσωρινά5.
Γεγονός παραμένει, άλλωστε, ότι ελληνικός λαός υπόμεινε και εξακολουθεί να υπομένει με αξιοθαύμαστη καρτερικότητα μια «εξαιρετικά κρίσιμη» οικονομική κατάσταση, χωρίς να χάσει την πίστη του στο δημοκρατικό πολίτευμα ή την εμπιστοσύνη του στο πλουραλιστικό, κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Και αυτό, παρόλο που η πολιτική εξουσία και οι πολιτικοί έχουν χάσει την αξιοπιστία τους, το παλιό κομματικό σύστημα έχει πλήρως καταρρεύσει και το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί υπό το βάρος των κρουσμάτων διαφθοράς, της κομματικής φαυλότητας, της αφόρητης κομματοκρατείας και πελατοκρατείας και κυρίως της κυβερνητικής ανικανότητας διαχείρισης της κρίσης.

Σε αντίθεση με το καταρρακωμένο και αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα (political regime), το συνταγματικό πολίτευμα (constitutional regime), αυτό δηλαδή που καθιερώνει το Σύνταγμα μαζί με τη συνταγματική νομιμότητα που το περιβάλλει, κρατούν ακόμη, αντέχουν, ενώ προσαρμόζονται, ήπια αλλά σταθερά, στις μεταβαλλόμενες, ρευστές, εξαιρετικές οικονομικές καταστάσεις.
Η ιδιόμορφη αυτή κατάσταση, με το Σύνταγμα να επιδεικνύει ανθεκτικότητα και με το πολιτικό σύστημα να καταρρέει, έχει και ένα άλλο, θετικό για τους συνταγματικούς θεσμούς, γνώρισμα: δεν έχει εκδηλωθεί, όλο αυτό το διάστημα, κρίση εξουσίας ή κρίση κυβερνησιμότητας. Οι κυβερνήσεις σχηματίζονται χωρίς χρονοτριβή, διαμορφώνουν και εκτελούν κυβερνητικές πολιτικές στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και σε εκτέλεση των προβλέψεων των Μνημονίων (Memorandum of understanding). Κυβερνούν, ενώ στηρίζονται κοινοβουλευτικά στις επιβεβλημένες κυβερνητικές πλειοψηφίες, που ψηφίζουν μέτρα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Και όμως: πίσω από την ειδυλλιακή εικόνα μιας «εξαιρετικής» συνταγματικής κανονικότητας κυοφορούνται μείζονες, αθέατες, αλλαγές
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις, ωστόσο, -αν μείνουμε σε αυτές- έχουν ένα ελάττωμα, συνηγορούν υπέρ ενός απλού αλλά απλοϊκού τελικά, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ισχυρισμού: ότι δηλαδή η ισχύουσα συνταγματική τάξη είναι τέλεια, δεν παρουσιάζει αδυναμίες και άρα δεν χρειάζεται να αλλάξει! Όλα είναι κανονικά και συνταγματικά, σαν να μην συμβαίνει τίποτε το εξαιρετικό! Ουδέν ανακριβέστερον.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι το Σύνταγμα εκπληρώνει, προς το παρόν στην εντέλεια τη νομιμοποιητική του λειτουργία. Η τρομερή οικονομική και πολιτική κρίση δεν είχε, απ΄ ό,τι φαίνεται, αρνητικό αντίκτυπο στην ισχύ και εφαρμογή του και ειδικά στους δημοκρατικούς και δικαιοκρατικούς θεσμούς. Δεν προκάλεσε, πάντως, κρίση νομιμοποίησης της συνταγματικής εξουσίας. H συνταγματική δημοκρατική νομιμοφροσύνη των πολιτών έμεινε σχεδόν ακλόνητη. Άλλωστε οι φορείς της εξουσίας φρόντιζαν να τηρούν κατά βάση το γράμμα του Συντάγματος και οι πολιτικοί θεσμοί λειτουργούσαν, γενικά, στο πλαίσιο της συνταγματικής νομιμότητας.

 

Ωστόσο, η παράδοξη και αντιφατική αυτή εικόνα της ελληνικής συνταγματικής πραγματικότητας, είναι υπερβολικά νομιμοφανής για να εκληφθεί ως αληθινή. Φαντάζει αληθινή, μόνον αν παραβλέψουμε τη κανονιστική της μονομέρεια και αν αγνοήσουμε διαπιστωμένες -απομονωμένες είναι αλήθεια- παραβιάσεις του Συντάγματος από την κυβερνώσα εξουσία ή ακόμη τις σοβαρές, «υλικές», προσβολές ή μειώσεις που έχουν υποστεί τα κοινωνικά δικαιώματα και το κοινωνικό κεκτημένο.

Η πολιτική και οικονομική πραγματικότητα είναι πάντως πολύ σύνθετη, και όσο περνάει ο καιρός γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκη. Η κατανόησή της απαιτεί και αυτή σύνθετους συλλογισμούς, που να ανταποκρίνονται στις ταχύτατες, απρόβλεπτες και τρομακτικές εξελίξεις και αναγκαστικές προσαρμογές που ζούμε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Επείγει να επινοήσουμε νέα σχήματα εξηγητικά και κατανόησης της υπό διαμόρφωση διεθνούς και παγκοσμιοποιημένης αδήριτης οικονομικής πραγματικότητας. Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε ράθυμα, είτε ως πολιτικοί είτε ως επιστήμονες, σε σκουριασμένα θεωρήματα ή ιδεολογήματα του παρελθόντος και ειδικά της μεταπολεμικής περιόδου και να βαδίζουμε αγέρωχα εξοπλισμένοι με παρωχημένες προσλήψεις τις κυριαρχίας, του κράτους ή του Συντάγματος ή του κράτους δικαίου και του πολιτεύματος και παράλληλα να εφαρμόζουμε ερμηνευτικές προσεγγίσεις του Συντάγματος με δηλωμένες προ-ερμηνευτικές επιλογές και ερμηνευτικούς συλλογισμούς γεμάτους θεωρητικές προκαταλήψεις τους και ιδεολογικές προλήψεις ή ιδεοληψίες.

Ένα είναι σίγουρο, ότι πολλές από τις συνταγματικές και θεωρητικές βεβαιότητές μας, -τουλάχιστον ημών των παλαιών- έχουν κλονιστεί και άλλες έχουν καταρρεύσει. Οφείλουμε, εμείς πρώτοι οι παλαιότεροι, να επανεξετάσουμε τα θεωρητικά μας «πιστεύω» και να τα υποβάλλουμε στην βάσανο της αμφιβολίας, της κριτικής εξέτασης και τελικά, της αναθεώρησής τους. Και να εγκαταλείψουμε τους γεμάτους θεωρητική οίηση αφορισμούς μας επικρίνοντας, κατακρίνοντας και καταγγέλλοντας τα πάντα εκτός από την δική μας αντίληψη και θεώρηση της νομικής πραγματικότητας.

Σε εποχές, όπως η δική μας, που συντελούνται κοσμογονικής σημασίας αλλαγές, οφείλουμε έχοντας πάντα ως βάση και αφετηρία -θέλουμε δεν θέλουμε, αφού δεν έχουμε άλλα πέρα από την μηδενιστική αποδόμησή τους- τα θεμελιώδη και βασικά που κληρονομήσαμε, (κυριαρχία, λαϊκή και κρατική, δημοκρατικό πολίτευμα, διάκριση εξουσιών, αντιπροσωπευτική αρχή, κράτος δικαίου, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, ελευθερία και ισότητα), να επανεξετάσουμε εκ θεμελίων, να τα δούμε από τη αρχή. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε εντελώς νέα ούτε να εγκαταλείψουμε τα κλασικά. Απαιτείται όμως, επειγόντως να τα ανανοηματοδοτήσουμε, να αναθεωρήσουμε την σκέψη μας, το τρόπο που τα θεωρούμε. Η πρόκληση, η μεγάλη είναι σήμερα πώς, ενώ κρατάμε και πορευόμαστε με την κληρονομιά του φιλελεύθερου, δημοκρατικού και κοινωνικού συνταγματισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις καταιγιστικές εξελίξεις της ψηφιακής εποχής μας και είμαστε αναγκασμένοι για να επιβιώσουμε, πολιτικά και θεωρητικά, ως κοινωνία και ως λαός, να προσαρμοστούμε σε ένα τρομερά ανταγωνιστικό και ταχύτατα εξελισσόμενο, χωρίς σύνορα και όρια, περιβάλλον. Όλα αυτά σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς και ευρωπαϊκής ενοποίησης και με μια εντυπωσιακή αναγέννηση της φιλελεύθερης πολιτικής ιδεολογίας.
Το ανεξερεύνητο: η αντίδραση του Συντάγματος στην αντιμετώπιση της κρίσης και η διαδραστική σχέση τους
Η παράδοξη ωστόσο αυτή, αρχική μας, διαπίστωση και η συνακόλουθη απόρριψη της τυπικής θεώρησης της συνταγματικής πραγματικότητας αποκρύπτει, τελικά, μέσα στη μονομέρειά τους, αθέατες πτυχές της συνταγματικής και πολιτικής πραγματικότητας, εξίσου σημαντικές με τις ορατές. Κρύβει, κατά πρώτο λόγο, την διαδραστική σχέση Συντάγματος και κρίσης και ιδίως την αντίδραση του Συντάγματος στην αντιμετώπιση της κρίσης. Μόνο μέσα από μια διαδραστική σχέση μπορεί κανείς να ανιχνεύσει το παράδοξο που επισημάναμε στην αρχή: πώς συμβαίνει, ενώ η χώρα ζεί μια εξαιρετική οικονομική και κοινωνική κατάσταση, το πολίτευμα και το κυβερνητικό σύστημά της να λειτουργούν ομαλά, μέσα σε συνθήκες συνταγματικής νομιμότητας και κανονικότητας;
Αναγκαία διευκρίνιση: από τη στιγμή που ως ‘επίδραση’ της κρίσης στο Σύνταγμα δεν νοείται κάποια μονοδιάστατη ή μονοσήμαντη επίδραση της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας πάνω στο ίδιο, αλλά η διαδραστική ή αμφίδρομη επενέργεια και των δύο, τότε θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, αυτοτελώς, και ο τρόπος που το Σύνταγμα επιδρά, ως αντίδραση, πάνω στην ευρισκόμενη σε “κρίση” οικονομική και πολιτική πραγματικότητα. Και η απλή παρατήρηση δείχνει ότι επενεργεί άλλοτε ρυθμίζοντάς την, άλλοτε ορίζοντάς την, άλλοτε δαμάζοντάς την ή ελέγχοντάς την και τέλος, άλλοτε νοηματοδοτώντας και νομιμοποιώντας την. Την στιγμή μάλιστα που και το ίδιο ανανοηματοδοτείται μέσα από τη διαδικασία επανανοηματοδότησης της συνταγματικής πραγματικότητας. Η ανανοημαδότηση συντελείται κυρίως μέσω της ερμηνείας θετών διατάξεων, εννόμων σχέσεων, συνταγματικών πρακτικών. Η διαδικασία αυτή έχει και ένα άλλο αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα: νομιμοποιεί ή από-νομιμοποιεί συνταγματικά, χαρακτηρίζοντάς τες άλλοτε συνταγματικά θεμιτές και άλλες αντισυνταγματικές, πράξεις ή ενέργειες κρατικές. Συνήθως οι ερευνητές αντιμετωπίζουν τη σχέση Συντάγματος και κρίσης, ως σχέση δύο μεγεθών, που στέκονται, παγερά αδιάφοροι, το ένα απέναντι στο άλλο χωρίς να επικοινωνούν ή να συνομιλούν μεταξύ τους και χωρίς να αλληλοεπηρεάζονται. Εξ ού και οι παραθετικοί, γενικόλογοι τίτλοι μονογραφιών, όπως «το Σύνταγμα και η κρίση»6. Σε αυτή όμως την στεγνή αντι-παράθεση, το Σύνταγμα εκλαμβάνεται ως ο παθητικός δέκτης των επιδράσεων της κρίσης και η κρίση, από τη μεριά της, ως μέγεθος στατικό ανεπηρέαστο από το Σύνταγμα.

Στην πραγματικότητα όμως το Σύνταγμα λειτουργεί ως μέρος αναπόσπαστο της κρίσης και συμμέτοχός της, συνεργεί πάντως στην αντιμετώπισής της. Δεν είναι ούτε ο παθητικός καθρέπτης της ούτε ο αμέτοχος και αδιάφορος ή παγερός παρατηρητής της. Θα μπορούσε, μάλιστα, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να αποβεί και ο καταλύτης της, ρυθμίζοντάς την ή ελέγχοντάς την: με την προσαρμογή του νοήματός του μέσω των άτυπων ή άδηλων, όπως θα δούμε τροποποιήσεων του κανονονιστικού περιεχομένου του και τελικά με την αναθεώρησή του.

Η τελευταία διαπίστωση γίνεται αντιληπτή, όταν διερευνηθεί ειδικά η επίδραση που ασκεί στη διαμόρφωση της συνταγματικής πραγματικότητας η εφαρμογή και η ερμηνεία του Συντάγματος, από το νομοθέτη η πρώτη, από τον δικαστή η δεύτερη.

Το πλεονέκτημα αυτής της οπτικής έγκειται στο ότι εξετάζεται η συνταγματική πραγματικότητα μέσα από την πολύ-πρισματική διόπτρα της πραγμάτωσης του Συντάγματος7.
Δεύτερη, διευκρίνιστική παρένθεση: η σημασία του όρου «πραγμάτωση» του Συντάγματος
Το όρο πραγμάτωση, τον έχω πραγματευτεί στο Συνταγματικό Δίκαιο από το οποίο, ας μου επιτραπεί, να δανειστώ αυτούσιο ένα σχετικό επεξηγηματικό απόσπασμα:

 

«Το συνταγματικό κείμενο μπορεί μεν να παραμένει το ίδιο και οι γραπτές του διατάξεις αμετάλλακτες, τα νοήματά τους όμως αλλά και το κανονιστικό περιεχόμενό τους αλλάζουν, όσο μεταβάλλονται οι συνθήκες εφαρμογής και ερμηνείας τους και διαμορφώνονται νέες πρακτικές και αντιλήψεις γύρω από το κράτος, την κοινωνία, την οικονομία και το δίκαιο. Έτσι, έστω κι αν τα αυστηρά και τυπικά συντάγματα δεν γνωρίζουν παρά μόνον «τυπικές» αναθεωρήσεις, το κανονιστικό περιεχόμενο των γραπτών διατάξεών τους, δηλαδή το ουσιαστικό Σύνταγμα και κυρίως η σημασία του μεταβάλλεται διαρκώς, άτυπα ή σιωπηρά, άλλοτε μέσω της πρακτικής και της ερμηνείας – με βασικό συντελεστή στην τελευταία περίπτωση τη νομολογία, άλλοτε μέσω εθιμικών συνταγματικών κανόνων, άλλοτε –τυπικά μεν και με επιτρεπτό αλλά άδηλο τρόπο– μέσω διεθνών συνθηκών· και, τέλος, άλλοτε μέσω εξαιρετικών και «δόλιων» πρακτικών που επιφέρουν άλλοτε καταστρατήγηση και άλλοτε αλλοίωση του συντάγματος. Παρατηρείται έτσι το εξής παράδοξο φαινόμενο, το οποίο, μάλιστα, με τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθώς και της καλούμενης «παγκοσμιοποίησης» εντείνεται και επιτείνεται: εμφανίζονται αλλαγές ή τροποποιήσεις στο κανονιστικό περιεχόμενο, στο νόημα και στις λειτουργίες του Συντάγματος, χωρίς να αποτυπώνονται στο ίδιο το σώμα του συνταγματικού κειμένου, ώστε να είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού και να μπορούν να ψηλαφηθούν. Δεν παύουν, εντούτοις, να είναι, ως συνταγματικές μεταβολές, σημαντικές και νοηματικά ή ερμηνευτικά ανιχνεύσιμες και τελικά δικαιικά ισχυρές»[ Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, 2004, σ. 360/61].
Η καθημερινή πραγμάτωση του Συντάγματος έτσι όπως μόλις την περιγράψαμε έχει ως συνέπεια την άδηλη τροποποίηση του κανονιστικού νοήματος των εφαρμοζόμενών ή ερμηνευόμενων συνταγματικών διατάξεων.
«Το Σύνταγμα τροποποιείται, διαρκώς, και το νόημά του αλλάζει με τρόπο άτυπο ή αφανή, πάντα όμως λογικά ελέγξιμο και κανονιστικά συνεκτικό. Όσο πιο παλιό είναι ένα Σύνταγμα και όσο πιο δύσκολα αναθεωρείται, τόσο οι άτυπες μεταβολές του πληθαίνουν, γίνονται σημαντικές και τείνουν να υποκαταστήσουν τη λειτουργία της αναθεώρησης. Απαντούν οι ίδιες, με τον τρόπο τους, στην ανάγκη προσαρμογής της αφηρημένης γραπτής διατύπωσης των διατάξεων στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εφαρμογής τους. Το αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται και μέσω της εφαρμογής του Συντάγματος, η οποία, ενώ δεν αποσκοπεί στην τροποποίησή του αλλά μόνον στην πραγμάτωσή του, στην ουσία ανανεώνει διαρκώς μέσα από την πράξη το κανονιστικό νόημα των συνταγματικών διατάξεων.

Η λειτουργία αυτή επιτελείται, κυρίως, δια μέσου την συνταγματικής πρακτικής,–της κυβερνητικής, της νομοθετικής και της νομολογιακής –που καλείται συχνά κατά την εφαρμογή και ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων να καλύψει ένα χάσμα ή μια ασυνέπεια μεταξύ του συντακτικού νοήματος του συνταγματικού κειμένου και της συνταγματικής πραγματικότητας. Χάρη στην προηγούμενη διαδικασία το νόημα των συνταγματικών διατάξεων δεν μένει στατικό και άκαμπτο, αλλά αναγκάζεται για να επιτελέσει την ρυθμιστική και τελικά την επιτελεστική του λειτουργία να γίνει επίκαιρο και ζωντανό. Όριο απαράβατο και κριτήριο σταθερό της αέναης νοηματικής ανανέωσής του είναι οι θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, που όμως κι αυτές υπόκεινται μέσω της ερμηνείας και της συνταγματικής πρακτικής σε αέναο επαναπροσδιορισμό και επανανοηματοδότηση. Δεν είναι επομένως υπερβολικό αν ισχυριστεί κανείς ότι Σύνταγμα είναι αυτό που η ερμηνεία και η πρακτική του ορίζουν, με την έννοια ότι οι συνταγματικές επιταγές επανα-νοηματοδούνται, συνεχώς, με τρόπο αργό μεν αλλά λογικά συνεκτικό και κανονιστικά ελέγξιμο. Λειτουργούν ως τρόποι συγκεκριμένης πραγμάτωσης του κανονιστικού περιεχομένου του τυπικού Συντάγματος.

Διαπιστώνουμε έτσι ότι η συνταγματική πρακτική (νομοθετική, διοικητική, προεδρική, κοινοβουλευτική, δικαιοκρατική), μαζί με τη νομολογία και το συμπληρωματικό συνταγματικό έθιμο έρχονται να αντιπαλέψουν την τυπική αδράνεια και τη νοηματική αταραξία των συνταγματικών διατάξεων, και να απαντήσουν στην ανάγκη της ανανέωσης και της διαρκούς προσαρμογής του νοήματός τους με την συστηματική διάπλαση δια της εφαρμογής και ερμηνείας τους συνταγματικών κανόνων που να ανταποκρίνονται σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εθνική και διεθνή πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα» [ΕλλΣυντΔικ., σ. 361/362].
H πολύ-πρισματική γωνία της πραγμάτωσης του Συντάγματος που είναι άρα κάτι διαφορετικό και πάντως κάτι περισσότερο από την ερμηνεία και την απλή εφαρμογή, τις οποίες ωστόσο εμπεριέχει. Ωθεί τον ερευνητή να επικεντρώσει την έρευνά του, παράλληλα, στις δύο θεμελιώδεις λειτουργίες ή πρακτικές του συνταγματικού κράτους: σε εκείνη της νομοθέτησης και σε εκείνη της (συνταγματικής) δικαιοσύνης. Βρίσκεται έτσι, εκ των πραγμάτων, αντιμέτωπος με την αντιπαράθεση το έργου του νομοθέτη με εκείνο του δικαστή: του αυταρχικού και κεραυνοβόλου Δία με τον ταχύποδα διαμεσολαβητή Ερμή. Στην σκιά της δικής τους αντιπαράθεσης στέκονται και αντιμάχονται, ταυτόχρονα η μία την άλλη, δύο άλλες φυσιογνωμίες της κοινωνικής πραγματικότητας: το Δίκαιο με την Πολιτική. Τα δύο αυτά μεγέθη, που υπολανθάνουν στην δική μας έρευνα, θα εξεταστούν στο τέλος της μελέτης, ως απόρροια της αντιπαράθεσης πολιτικής ή νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας.

Διευκρίνιση τρίτη: η σημασία των όρων «Ανθεκτικότητα του Συντάγματος»
Και μια τελευταία μεθοδολογική διευκρίνιση: ως Σύνταγμα εδώ νοείται ένα σύστημα ευταξίας, μία τάξη θεμελιωδών αρχών, κανόνων και δικαιωμάτων, που διέπει και διευθετεί επιτακτικά έννομες σχέσεις, σχέσεις εξουσίας, αρμοδιότητες και συνταγματικές πρακτικές, αποσκοπώντας στην οργάνωση και άσκηση της κρατικής εξουσίας και στην λειτουργία ενός πολιτεύματος. Προσλαμβάνω άρα το Σύνταγμα στην παρούσα μελέτη με την σύνθετη ή την πολιτειακή του όρου σημασία, και όχι προφανώς με την τυπική ή απλώς την ουσιαστική (πέρα άρα από τη διάκριση τυπικού και ουσιαστικού συντάγματος). Με εκείνη δηλαδή τη σημασία που ταυτίζει το Σύνταγμα με το πολίτευμα ενός συγκεκριμένου κράτους και εμπεριέχει παράλληλα την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, σε μια αρμονική σύνθεση μεταξύ τους, δηλαδή σε μια δικαιοταξία πολιτειακή θεμελιωδών αρχών, δικαιωμάτων και κανόνων, γραπτών και άγραφων. (βλέπε ΕλλΣυνΔικ., σ.90 επ.). Η συνταγματική τάξη που εγκαθιδρύεται εμπεριέχει παράλληλα με τους θετούς κανόνες και άγραφους, που διαπλάθονται μέσα από την καθημερινή νομοθετική, διοικητική, δικαστική και συνταγματική πρακτική, και περιλαμβάνει καθιερωμένες πρακτικές, πολιτικά ήθη ενώ στηρίζεται σε μια εδραιωμένη «συνταγματική παράδοση», όπως συμβαίνει με την μακραίωνη συνταγματική παράδοση της χώρας μας.

Το Σύνταγμα με αυτήν την έννοια παρουσιάζει μια εντυπωσιακή, για μένα, ανθεκτικότητα απέναντι στους τριγμούς και στα πλήγματα που δέχεται εξ αιτίας της κρίσης που διαπερνά την οικονομία και το πολιτικό του σύστημα. Μια ανθεκτικότητα που προδίδει μεν μια ανεκτικότητα, χωρίς όμως να δηλώνει ανοχή, αλλά ούτε ακαμψία ή αντίσταση. Δεν αντιστέκεται άκαμπτα στην κρίση, ανθίσταται αντιδρώντας διαδραστικά και πάντα με την δέουσα ευκαμψία και προσαρμοστικότητα. Φαίνεται έτσι να απορροφά ή και να αφομοιώνει μακροπρόθεσμα τους κραδασμούς και τις πιέσεις ενσωματώνοντάς τες στο δικό του κόσμο. Δεν τις αποκρούει, τις απορροφά, τις ενσωματώνει προσαρμοζόμενο ανάλογα8. Προσαρμόζεται ρυθμίζοντας, διευθετώντας, τακτοποιώντας και τελικά νομιμοποιώντας μια νέα συνταγματική κανονικότητα που το ίδιο διαμορφώνει, ενώ αναδιαμορφώνεται. Προσαρμόζεται αλλάζοντας9. Προσαρμόζεται ενώ πραγματώνεται σε κρίσιμες, εξαιρετικές και απρόβλεπτες καταστάσεις, χωρίς να αναστέλλεται ωστόσο η ισχύς του και χωρίς να αναιρείται ή να υπερβαίνεται η συνταγματική κανονικότητά του10.

Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, έτσι όπως μόλις την περιγράψαμε, γίνεται πιο συγκεκριμένα αντιληπτή, αν σταθούμε σε δύο συν -απτόμενες συνταγματικές πρακτικές:

α) αν παρατηρήσουμε τις συνταγματικές διαδικασίες νομοθέτησης, δηλαδή ψήφισης των νόμων καθώς και τις διαδικασίες ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής και διεθνούς έννομης τάξης στην ελληνική έννομη τάξη (διαδικασίες κύρωσης διεθνών συνθηκών και συμφωνιών με βάση το άρθρο 28 πα. 2 και 3Σ). Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι διαδικασίες ταχείας ψήφισης των νόμων με βάση τις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα και τον κανονισμό της Βουλής ή με τη διαδικασία του άρθρου 44 παρ. 1Σ ΠΝΠ

β) αν προσέξουμε την διαπλαστική ερμηνευτική λειτουργία που επιτελείται κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων του Συντάγματος με την συχνή προσφυγή του ερμηνευτή- δικαστή στις θεμελιώδεις αρχές και στις αόριστες έννοιες του κοινού δικαίου, στις ρήτρες και στις δικαιικές σταθερές, όπως είναι η αόριστη έννοια του γενικού συμφέροντος ή η δικανική τεχνική της αναλογικότητας κατά τον σταθμιστικό συλλογισμό.

Η πρώτη πρακτική, που εντοπίζεται στις διαδικαστικού χαρακτήρα κυρίως συνταγματικές διατάξεις, αυτές που χαρακτηρίζονται από μία έντονη τυπικότητα, προσδίδει στο Σύνταγμα μια αναπάντεχη, όσο και σωτήρια για την μακροημέρευσή του ευελιξία11. Μπορούμε να την αποκαλέσουμε διαδικαστική ευελιξία. Είναι κατά την γνώμη μου και αυτή εντυπωσιακή. Τούτο, διότι ενώ σκοπός του συντακτικού νομοθέτη ήταν μέσω των ‘λεπτομερειακών τυπικών συνταγματικών διαδικασιών’ να τονίσει και να διασφαλίζει την αυστηρότητα και τυπικότητα του Συντάγματος και τελικά την ακαμψία του και την μη μεταβλητότητά του, στην πράξη κατά παράδοξο τρόπο – και εδώ βλέπουμε να κάνει τη δουλειά της η πονηριά της ιστορίας- επιτυγχάνεται το αντίθετο: ενισχύεται η ευκαμψία και η διαδικαστική ευελιξία του και σταδιακά η μεταλλαγή του.

Στο παράδειγμα της δεύτερης συνταγματικής πρακτικής, της συχνής δηλαδή ερμηνευτικής επίκλησης των θεμελιωδών αρχών και της προσφυγής σε αόριστες έννοιες, όπως το δημόσιο συμφέρον, η αναλογικότητα κλπ, η ανθεκτικότητα του Συντάγματος εκδηλώνεται ως κανονιστική «ηπιότητα» ή ως ουσιαστική πλαστικότητα –κάτι διαφορετικό από την ελαστικότητα. Η κανονιστική πλαστικότητά του ανιχνεύεται στις ουσιαστικές συνταγματικές διατάξεις, όταν η εφαρμογή κυβερνητικών πολιτικών και η επιδίωξη στόχων δημόσιας πολιτικής ωθεί την κυβέρνηση στην υιοθέτηση μέτρων περιοριστικών ή προσβλητικών των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Το θεμιτό ή αθέμιτο της προσβολής ή του περιορισμού τους σταθμίζεται και αξιολογείται συνταγματικά κάθε φορά συγκεκριμένα με βάση τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ενόψει του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται, την έκταση ή την βαρύτητα της προσβολής που επέρχεται και του δημόσιου αγαθού ή της δημόσιας πολιτικής που θεραπεύεται. Όλες αυτές οι δικαιικές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις γίνονται υπό το φώς και την αυστηρή, τελική αξιολόγηση της λογικής αναγωγής στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος, της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, του κράτους δικαίου με την ουσιαστική του όρου έννοια, καθώς και του κοινωνικού κράτους δικαίου12.

Η ανθεκτικότητα στην προηγούμενη περίπτωση ισοδυναμεί άρα με ηπιότητα ή πλαστικότητα (flexibility) Οι εφαρμοστές και ερμηνευτές του Συντάγματος εφαρμόζοντας και ερμηνεύοντας το Σύνταγμα πλάθουν, διαπλάθουν και μεταπλάθουν το διαμορφωθέν ήδη από την προηγούμενη νομοθετική και νομολογιακή πρακτική νόημα της εφαρμοζόμενης διάταξης ή και των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών του.

Η εξέλιξη αυτή εκπλήσσει και χρειάζεται είναι αλήθεια μελέτη και δοκιμασία και αυτό για δύο λόγους: πρώτον διότι είναι πολύ παλιά, εμφανίστηκε ως τάση σε συγκριτικό επίπεδο, σε άλλες δηλαδή έννομες τάξεις από την δεκαετία του ΄80 με την μορφή της ουσιαστικής νομιμότητας ή του ουσιαστικού κράτους δικαίου, άρα δεν είναι σύμπτωμα της κρίσης, με την κρίση απλώς εντάθηκε, και δεύτερον διότι αντιστρατεύεται την τυπική κανονιστικότητα του ισχύοντος Συντάγματος, ενός αυστηρού και τυπικού συντάγματος, που αποτελεί ένα από τα πάγια και εμβληματικά χαρακτηριστικά του ελληνικού συνταγματισμού. Η γραμμική και αδιατάρακτη μετάβαση από την μία κατάσταση στην άλλη είναι εξαιρετικά δύσκολη και δύστροπη.

Εν πάση περιπτώσει, η αιρετική και προκλητική για την κρατούσα αντίληψη διαδικαστική ευελιξία και κανονιστική πλαστικότητα ή ηπιότητα του Συντάγματος, του χαρίζει, πιστεύω, μια αξιοπρόσεκτη ικανότητα προσαρμογής13. Μια «προσαρμοστικότητα», που με την σειρά της εκδηλώνεται και συναρτάται με μια αργή αλλά ασφαλή μεταβλητότητα τόσο του κανονιστικού περιεχόμενου όσο και του τρόπου της εφαρμογής και ερμηνείας του14.

Η προσαρμοστικότητά του συνδυάζεται επομένως και με μια εξίσου αξιοπρόσεκτη άτυπη μεταβλητότητα του κανονιστικού περιεχομένου του και κυρίως των νοημάτων που διαμορφώνονται ή διαπλάθονται και τελικά επινοούνται από τη νομολογία, την συνταγματική πρακτική και την θεωρία15.

Ένα είναι σίγουρο ότι η διαρκής ανανοηματοδότηση των διατάξεων, των εννοιών, των θεμελιωδών αρχών και κανόνων του Συντάγματος κατά την πραγμάτωσή του δεν είναι αυθαίρετη, δεν είναι τυχαία δεν είναι άναρχη, ούτε είναι απλώς μία αναγκαστική συνέπεια της κρίσης, ούτε βέβαια ένα εξαιρετικό και έκτακτο γεγονός, παροδικού χαρακτήρα, που μετά την συντέλεσή του θα γίνει επαναφορά στην κανονικότητα. Δεν συντελείται σε κενό δικαίου ούτε συνιστά πρακτική εκτός δικαίου16. Βρίσκεται εντός του Δικαίου, εμφανίζεται μέσα στην ισχύουσα συνταγματική νομιμότητα, διαθέτει διάρκεια και κανονικότητα και διαμορφώνει μία νέα κανονιστικότητα, τροποποιώντας, άτυπα και άδηλα, το περιεχόμενο της ισχύουσας, ενώ την πραγματώνει.

Οι προηγούμενες διεργασίας συνεπάγονται, τέλος, ακόμη μια ισχυρή και ηχηρή μετατόπιση του βάρους των λειτουργιών του συντάγματος από την εγγυητική (εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας, απέναντι στην κρατική εξουσίας και στην κυβερνητική πλειοψηφία) στην ερμηνευτική και νομιμοποιητική. Το Σύνταγμα όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται και λειτουργεί ως κανόνας αναφοράς και ερμηνείας κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας κρατικών πράξεων αλλά κατά την ερμηνεία και συνταγματική αξιολόγηση δικαιοπραξιών ή ιδιωτικών εννόμων σχέσεων, κρατικών πράξεων και αποφάσεων. Και όλο και λιγότερο ως σύνολο αρμοδιοτήτων και εξουσιών ή μόνον δικαιωμάτων. Το Σύνταγμα είναι και ένα σύνολο διαδικασιών και κανόνων που ορίζουν και προβλέπουν δημόσιες πολιτικές και άρα την εκπλήρωση δημόσιων στόχων για την ικανοποίηση δημόσιων σκοπών ή αγαθών.

Μεταλλαγή όμως υφίσταται από αυτήν την εξέλιξη και η ίδια η συνταγματική ερμηνεία, η οποία αλλάζει μεθόδους και τεχνικές: από λογική ερμηνεία των διατάξεων ή κανόνων μέσω της λογικής υπαγωγής πραγματικών περιστατικών στον κρίσιμο κανόνα, όλο και περισσότερο μετεξελίσσεται και επιβάλλεται ως σταθμιστική λογική, ως ερμηνευτική λογική στάθμισης συγκρουόμενων συνταγματικών αγαθών ή συνταγματικά προστατευόμενων συμφερόντων. Αναγκάζεται να ερμηνεύει και να αναζητά το «πραγματικό νόημα» των ερμηνευόμενων διατάξεων μέσα από τη διατύπωση επιχειρημάτων κατά την στάθμιση συγκρουόμενων αρχών ή συνταγματικά προστατευόμενων αγαθών ή συμφερόντων. Από την ερμηνεία στην στάθμιση και αξιολόγηση και από τον στάθμιστικό συλλογισμό στην επιχειρηματολογία17.
Προσωρινό συμπέρασμα: η ανθεκτικότητα άρα του Συντάγματος διαπιστώνεται και συντελείται δια μέσου της διαδικαστικής ευελιξίας του και της κανονιστικής πλαστικότητάς του ή ακόμη δια μέσου της διαπλαστικής ερμηνείας του, που του διασφαλίζουν μεταβλητότητα και τελικά προσαρμοστικότητα μέσα στην ισχύουσα συνταγματική νομιμότητα, χωρίς αντισυνταγματικές ρωγμές, αναστολές ή ρήξεις.

Η εξέλιξη αυτή δεν συντελείται, βέβαια, μιας δια παντός, με μία πράξη κρατική, αυθαίρετη και αυταρχική, με νόμο ή με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, με μια δικαστική απόφαση, ούτε με μια αναθεώρηση, αλλά σε διάστημα χρόνου, μακρύ, σταδιακά και αδιαλείπτως, με συμπράξεις και συνέργειες όλων των εξουσιών και των δραστών του πολιτειακού βίου, με διαρκή διάλογο και θεσμική επικοινωνία. Και αυτό παρόλες τις αντιδράσεις, τις αντιστάσεις, τι συγκρούσεις, τις παλινωδίες και τις οπισθοδρομήσεις. Μαζί με αυτές και ενάντια σε αυτές. Έτσι προχωρά η ιστορία με συγκρούσεις και αβεβαιότητες αλλά και με απρόβλεπτα ή αναπάντεχα.
Αυτά όλα θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε εξετάζοντάς τα πιο αναλυτικά κα τεκμηριωμένα στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας. υπό επεξεργασία και κυρίως υπό επικαιροποιη.

Αρκούμαστε να παραθέσουμε ένα αδρό πλάνο της συνέχειας.
ΙΙ Ανθεκτικότητα δια της προσαρμογής μέσω των άτυπων τροποποιήσεων και της νοηματικής μεταλλαγής του Συντάγματος

Από την ανάγνωση της σχετικής με την «κρίση» νομολογίας σε συνάρτηση με τη μελέτη των συνταγματικών διαδικασιών ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη του ευρωπαϊκού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, -παράλληλα με τη υιοθέτηση από τον Έλληνα νομοθέτη μιας ογκωδέστατης και χαοτικής νομοθεσίας- προκύπτουν οι εξής διαπιστώσεις:
α) Ανθεκτικότητα δια της προσαρμογής: συμμόρφωση στις διεθνείς δεσμεύσεμεις της χώρας, συνταγματικές αλλαγές με άτυπες τροποποιήσεις του Συντάγματος
Η ανθεκτικότητα της ελληνικής συνταγματικής τάξης απέναντι στους κραδασμούς της «κρίσης» δεν συνιστά άρα, απλώς, ένδειξη ευκαιριακής αντοχής ή προσωρινής αντίστασης στις πιέσεις που υφίσταται η ίδια, αλλά απόδειξη -και σε αυτό οφείλεται άλλωστε η εντυπωσιακή αντοχή της- και μιας εξίσου εντυπωσιακής προσαρμοστικής ικανότητaς (ή προσαρμοστικότητας),

τόσο στις πολλαπλές απαιτήσεις της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

όσο και στους «πραγματικούς» καταναγκασμούς της παγκοσμοποιημένης οικονομίας της αγοράς.

Το πρώτο, επιτεύχθηκε χάρις στους ευέλικτους συνταγματικούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης της διεθνούς και ευρωπαϊκής έννομης τάξης στην εθνική. Βασίστηκε εξ ολοκλήρου στις ειδικές συνταγματικές πρόνοιες συμμετοχής της Ελλάδος στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που πρόβλεψε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975. Πρόκειται για τις εξόχως λειτουργικές και, όπως αποδείχθηκε, προνοητικές διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 2 και 3Σ, που καθιερώνουν μια άτυπη διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος, μέσω της κύρωσης των διεθνών συνθηκών, σε αντιδιαστολή με εκείνη της τυπικής και ανελαστικής διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης. Με την κύρωση από το ελληνικό κοινοβούλιο ευρωπαϊκών συνθηκών που προβλέπουν ή συνεπάγονται εκχώρηση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων στην ΕΕ ή περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία, όπως συνέβη με τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς δημοσιονομικής διευκόλυνσης και σταθερότητας, επήλθαν άδηλες τροποποιήσεις στο κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος και στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας, με τις ευλογίες του ίδιου του Συντάγματος18.

Το νομικό έρεισμα των πολιτικών λιτότητας που επέβαλαν τα «επάρατα μνημόνια» είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμού δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας. Ο μηχανισμός αυτό πρωτότυπο και καινοφανές δημιούργημα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, στα όρια της ενωσιακής και διακυβερνητικής νομιμότητας συνιστά ένα ολόκληρο πλέγμα διεθνών και ευρωπαϊκών ρυθμίσεων και διακρατικών συμφωνιών. Αυτό το πλέγμα των θετών ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου ταυτόχρονα διατάξεων συναποτέλεσαν και συναποτελούν ακόμη και σήμερα τον κανόνα αναφοράς ή ελέγχου για τον έλεγχο νομιμότητας και συνταγματικότητας των νομοθετικών μέτρων, που ψηφίζονται από την Ελληνική Βουλή εις εκτέλεση και προς συμμόρφωση των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής που σχεδιάζουν τα Μνημόνια.

Πιο συγκεκριμένα: Ο Μηχανισμός Στήριξης της Ελλάδος και στη συνέχεια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας. Συγκροτήθηκε, το 2010 με βάση ένα πλέγμα μονομερών πράξεων ή αποφάσεων καθώς και διεθνών συμφωνιών ή συμβάσεων, διεθνούς οικονομικού δικαίου και ενωσιακού δικαίου. Η πρώτη δανειακή συμφωνία της Ελλάδος, π.χ., με τα δέκα πέντε κράτη της Νομισματικής Ένωσης είχε ενωσιακό-διακυβερνητικό και ταυτόχρονα διακρατικό-διμερή και για το λόγο αυτό και δημόσιο διεθνή οικονομικό χαρακτήρα. Οι επόμενες είχαν ένα καθαρά ενωσιακό-διακυβερνητικό χαρακτήρα. Ευρωπαϊκό Μηχανισμό προβλέφτηκε ρητά η σύμπραξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ενός διεθνούς οικονομικού οργανισμού, που δεν είχε μέχρι τότε καμία διασύνδεση με την ΕΕ. Η συμμετοχή του θεωρήθηκε παραβίαση του κράτους δικαίου της ευρωπαϊκής ένωσης.

Η πρωτοτυπία του διεθνούς αυτού πλέγματος κανόνων έγκειται στο ότι συμπλέκει σε μια κανονιστική ενότητα διαφορετικές και αυτοτελείς έννομες τάξεις, της διεθνούς και της ευρωπαϊκής με την εθνική, διασφαλίζοντας την αρμονική κανονιστική συνέργειά τους: διεθνή, ευρωπαϊκή και εθνική

Τις συναρθρώνει σε ένα πλέγμα διατάξεων και πράξεων, πέρα και ανεξάρτητα από οιανδήποτε τυπική ιεράρχησή τους και συνθέτουν το νομικό θεμέλιο ή έρεισμα των εθνικών αποφάσεων. Δημιουργούν όλες μαζί, από κοινού, έννομες συνέπειες και δεσμεύσεις, κάθε ένα με τον τρόπο του, ενεργώντας πάνω σε ένα κοινό πεδίο εφαρμογής, που είναι η ελληνική οικονομία, η οποία αντιμετωπίζεται εδώ ως μια σχετικά αυτόνομη λειτουργική επικράτεια. Επιδιώκουν, τέλος, ένα κοινό δημόσιο σκοπό: τη δημοσιονομική προσαρμογή της. Ο σκοπός αυτός, ενσωματωμένος συνταγματικά νόμιμα στην εθνική τάξη, συνιστά σκοπό συνταγματικά προστατευόμενο, και άρα συνταγματικά, θεμιτά, επιδιωκόμενο, εξομοιωνόμενο με σκοπό γενικότερου οικονομικού συμφέροντος.

Μαρτυρούν εξάλλου τον σύνθετο και πλουραλιστικό χαρακτήρα της σημερινής διεθνούς κοινωνίας αλλά και την πολύπλοκη και πολυμερή διασύνδεση των εθνικών εννόμων τάξεων και κατ΄επέκταση της κρατικής κυριαρχίας με τη διεθνή έννομη τάξη, μέσα από διεθνείς συμφωνίες, που συνάπτονται με διεθνείς οργανισμούς, υπερεθνικά όργανα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Οι πολύπλοκες αυτές διασυνδέσεις, που πληθαίνουν, δικαιώνουν όσους υποστηρίζουν ότι ο παγκόσμιος συνταγματισμός ευνοεί τη διαπλοκή πολλαπλών εννόμων τάξεων, εθνικών, ηπειρωτικών, διεθνών, σε μια λογικά συνεκτική συνάρθρωση, χωρίς ιεραρχική, τυπικά, μεταξύ τους δόμηση. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης οδηγεί άρα σε συνύπαρξη και συνεργασία πολλαπλών εννόμων τάξεων, διαμορφώνει ένα δυναμικό και διαρκώς αναδιαρθρωνόμενο πλουραλισμό δικαιικών τάξεων, ένα απτό παράδειγμα συνταγματικού πλουραλισμού που είναι αδιάφορο αν είναι δημόσιας ή ιδιωτικής υφής καθώς και αν οι κανόνες τους έχουν προέλευση κρατική ή διεθνή. Διαθέτουν πάντως ισχύ τυπική, ίση ή ισοδύναμη του ευρωπαϊκού ή του διεθνούς δικαίου γι΄αυτό και διαθέτουν προτεραιότητα εφαρμογής έναντι του εθνικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση αποτελούν κανόνα αναφοράς ή ελέγχου κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών των μνημονίων νόμων. Και οι δημοσιονομικοί σκοποί που επιδιώκονται γίνονται σκοποί συνταγματικά προστατευόμενοι και άρα δικαστικά ελεγκτέοι ως προς την πραγματική συνδρομή τους καθώς και ως προς την λογική συνάφεια με αυτούς των μέσων που χρησιμοποιούνται.
Ο δούρειος ίππος του Μνημονίου και η άτυπη διάβρωση της συνταγματικής νομιμότητας
Η διαπλοκή της ελληνικής έννομης τάξης με την ευρωπαϊκή και διεθνή σε ό, τι αφορά τον ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης έγινε μέσα από τις φιλόξενες και ευρύχωρες συνταγματικές διαύλους των άρθρων 28 παρ. 2 και 3Σ. Οι δίαυλοι αυτές εξασφαλίζουν μία άνετη και ευέλικτη αλλά άτυπη και διαδικαστικά θεμιτή είσοδό του στην ελληνική έννομη τάξη και δικαιολόγηση σοβαρών περιορισμών στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής της με όχημα και εργαλείο ένα εξαιρετικά ευέλικτο, εύπλαστο και αποτελεσματικό εργαλείο soft law, του διεθνούς δικαίου, το αποκαλούμενο Μνημόνιο Κατανόησης. Η εφαρμογή πάντως των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 συνεπάγεται, ταυτόχρονα, μια άδηλη ή σιωπηρή τροποποίηση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος πέρα και ανεξάρτητα από την τυπική και αυστηρή διαδικασία του άρθρου 110Σ. To Μνημόνιο λειτούργησε κυριολεκτικά ως δούρειος ίππος για την άλωση της ελληνικής οικονομίας, την εξουδετέρωση του πολιτικού συστήματος, την υποταγή στα κελεύσματά του της κυβερνητικής εξουσίας διαμόρφωσης της κυβερνητικής πολιτικής και την παράδοση άνευ όρων και τύπων της δημοσιονομικής κυριαρχίας της Ελλάδος στα χέρια μιας ευρωπαϊκής διεθνούς τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής ελιτ με τις ευλογίες των αρμόδιων οργάνων των διεθνών οργανισμών, στις οποίες είναι ενταγμένη η Ελλάδα. Το πλέον εντυπωσιακό, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, είναι ότι το ενιαίο αυτό σύμπλεγμα διατάξεων της ευρωπαϊκής και διεθνούς έννομης τάξης ενσωματώθηκε, εισχώρησε στην ελληνική συνταγματική τάξη συνταγματικά νομότυπα, μέσα από συνταγματικές διαύλους και οδήγησε μέσω της συνταγματικής ερμηνείας στην μετάλλαξη του τυπικού Συντάγματος από αυστηρό σε ήπιο. Από την φύση του, άτυπη διεθνής συμφωνία, το Μνημόνιο δεν υποτάχθηκε ή μάλλον παρέκαμψε την δικαιοδοσία του Συντάγματος, αν και ενήργησε ουσία συνταγματικά, αφού επέφερε συνταγματικά αποτελέσματα, και διαμόρφωσε με την συγκατάθεση και πολιτική συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης κυβερνητικές πολιτικές. Δεν έδρασε όμως εκτός του Συντάγματος ούτε αντίθετα προς το Σύνταγμα αλλά εντός της συνταγματικής νομιμότητας, Ενσωματώθηκε σε τυπικό νόμο χωρίς να είναι το ίδιο τυπικός νόμος του κράτους και χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί συνταγματικά. Μια αόρατη ή άτυπο πράξη, ένα φάντασμα πραγματικό. Δεν χρειάστηκε να κυρωθεί το ίδιο με νόμο, διότι δεν ήταν διεθνής συμφωνία ή σύμβαση αλλά ένα οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα. Αλλά ούτε και αντίθετο στο Σύνταγμα μπορούσε να χαρακτηριστεί αφού δεν έθετε κανόνες δικαίου και δεν δέσμευε τυπικά κανένα (στερείτο και κανονιστικότητας και δεσμευτικότητας) και άρα δεν μπορούσε να υπαχθεί σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Και τα μνημόνια δεν έχουν δεσμευτικό κανονιστικό περιεχόμενο. Άλλωστε αντικείμενο δικαστικού ελέγχου δεν μπορούν να γίνουν ούτε οι διεθνείς συμβάσεις ή συνθήκες και πολύ περισσότερο, βέβαια, οι άτυπες διεθνείς συμφωνίες, όπως είναι το Μνημόνιο.

Το γεγονός ότι το Μνημόνιο είχε προσαρτηθεί στο ν. 3845/2010 δεν το καταστούσε νόμο του κράτους ούτε ήταν δυνατόν να το μετατρέψει σε πηγή δικαίου. Ακόμη και προσαρτημένο σε νόμο, το Μνημόνιο παραμένει αυτό που ήταν: «πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής» και τίποτε άλλο.

Υπάρχει όμως και μία άλλη αδυναμία-δύναμη τελικά των Μνημονίων. Επειδή δεν περιέχουν νομικές δεσμεύσεις, δεν είναι δηλαδή δεσμευτικά νομικά κείμενα, δε έχουν την ικανότητα να επιφέρουν νομικούς περιορισμούς στην εθνική και κρατική κυριαρχία. Γι΄αυτό και δεν αναγνωρίζονται ούτε αποτελούν διεθνή συνθήκη. Η αδυναμία αυτή είναι η δύναμή τους, γιατί μπορούν ελεύθερα και απεριόριστα και ανεξέλεγκτα να δρούν.

Το περίεργο είναι ότι παρόλο που στερούνται νομικής δεσμευτικότητας, τα Μνημόνια αποτελούν, αν και άτυπες διεθνείς συμφωνίες, για τα κράτη υποχρεωτικά κείμενα. Μόνο που η υποχρέωση συμμόρφωσης σε αυτά είναι καταναγκαστική και κυρίως οικονομική ή πολιτική. Η παραβίασή τους δεν συνεπάγεται νομικές κυρώσεις. Η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να τηρεί τα όσα έχουν εγγράφως συμφωνηθεί στο Μνημόνιο και η συμμόρφωσή της συνιστά διεθνή υποχρέωσή της, που απορρέει από την διεθνή δέσμευση που ανέλαβε υπογράφοντας το Μνημόνιο, ως κυρίαρχο κράτος, απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ και ΕΚΤ και τα κράτη-μέλη. Όπως οφείλει να τηρεί και να σέβεται το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής που έχει αποδεχτεί, αν θέλει να αντιμετωπίζεται από την διεθνή κοινότητα αξιόπιστο και φερέγγυο κράτος.

Με τα Μνημόνια και την διαδεδομένη χρήση τους στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, αποδεικνύεται ότι είναι δυνατόν να επέλθουν πραγματικοί, ουσιαστικοί περιορισμοί στην εθνική κυριαρχία ενός κράτος χωρίς να θιγεί ωστόσο αντίστοιχα η «νομική» του κυριαρχία. Είναι δυνατόν οι άτυπες αυτές συμφωνίες να έχουν εκμηδενίσει στην πράξη την δημοσιονομική κυριαρχία ενός κράτους, όπως συνέβη με την Ελλάδα, και το κράτος να θεωρείται τυπικά ή νομικά κυρίαρχο. Να εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από τα κράτη ως κυρίαρχο, επειδή διατηρεί την ικανότητά του να καθορίζει αυτό την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητάς τους και να δεσμεύεται μόνον με το θέλησή του και όσο θέλει και μπορεί.

Από τα προηγούμενα συνάγεται ακόμη ότι η τυπική συνταγματική νομιμότητα δεν παραβιάστηκε ούτε βέβαια αναιρέθηκε από τα Μνημόνια ή από τους εφαρμοστικούς νόμους. Και ευτυχώς. Τα Μνημόνια επιβεβαιώνουν ωστόσο την προηγούμενη, παράδοξη και μελαγχολική, διαπίστωση: Χωρίς να θίγουν ή να παραβιάζουν τυπικά την συνταγματική νομιμότητα, έπληξαν, εντούτοις, μέχρις εκμηδενισμού την ουσιαστική δημοσιονομική και συνταγματική αυτονομία Ελλάδος.

(Κύρωση της απόφασης του Συμβουλίου με την οποία τροποποιείται το άρθρο 136 του ΣΕΕ και προβλέπεται η δημιουργία Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Στη συνέχεια κύρωση συνθήκης για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και μετά κύρωση κύριας σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του ελληνικού ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (βλέπε και νόμο 4336/2015 της 14ης Αυγούστου (κύρωση σχεδίου!!!! Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης κυρώθηκε προκαταβολικά στις 14 Αυγούστου συμφωνία χρηματοδότησης και μνημόνιο συνεννόησης που υπογράφηκε στις 19 Αυγούστου !!!.

Η ανεκτικότητα όμως του Συντάγματος απέναντι στο μνημόνια οφείλεται και στο γεγονός ότι ο θεσμός του Μνημονίου προβλέπεται ρητά στο Πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης και αναφέρεται πάλι ρητά σε πράξεις και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των αρχηγών κρατών και στις συμβάσεις δανειακής διευκόλυνσης τη Ελλάδος. Η δύναμη και ισχύς του του δεν ήταν σίγουρα νομική ήταν όμως πολιτική, ή και οικονομική. Ο καταναγκαστικός πολιτικά και οικονομικά χαρακτήρας του Μνημονίου στηριζόταν στην νομική και θεσμική δεσμευτικότητα του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, στην ευρωπαϊκή και διεθνή νομιμότητα στην οποία ήταν και είναι ενταγμένη η ελληνική. Άρα η υποχρεωτικότητα των προγραμματικών δεσμεύσεων του Μνημονίου έβρισκε έρεισμα συνταγματικό στις ευέλικτες, ευρύχωρες και εύπλαστες τελικά διαδικασίες των άρθρων 28 παρ. 2 και 3Σ.
Οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις 28 παρ. 2 και 3Σ οικοδόμησαν μια φιλόξενη και ευρύχωρη πύλη εισόδου του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη και παράλληλα την εξόπλισαν με όλους εκείνους τους αναγκαίους μηχανισμούς ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται εύκολα και άνετα στις απαιτήσεις της διεθνούς συγκυρίας και στις μεταβολές της διεθνούς κοινωνίας.

Προίκισαν έτσι την ελληνική συνταγματική τάξη με μεγάλη διαδικαστική συνταγματική ευελιξία. Της επέτρεψε να συμμετέχει, άμεσα και ενεργά, στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και να προσαρμόζεται αυτόματα με απλή απόφαση του Κοινοβουλίου σε κάθε απόφαση ή πράξη των οργάνων της ΕΕ, ακόμη και διακυβερνητικού χαρακτήρα, όπως είναι οι πράξεις και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των αρχηγών κρατών και πρωθυπουργών. Και όλα αυτά χωρίς να ακολουθείται η χρονοβόρα και βαριά διαδικασία της αναθεώρησης του αυστηρού Συντάγματος.

Με τον τρόπο αυτό το Σύνταγμα αλλάζει σταδιακά υφή μετατρέπεται, σε ό, τι αφορά τις σχέσεις του με την διεθνή και ευρωπαϊκή έννομη τάξη, από αυστηρό σε ήπιο.

Η ηπιότητα του Συντάγματος αγγίζει τομείς ευαίσθητους και καίριους της κρατικής υπόστασης, διότι αφορά τις διεθνείς σχέσεις καθώς και τη διαρκή συμμετοχή του ελληνικού κράτους στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Θίγει άρα άμεσα την εθνική και κρατική κυριαρχία, που και αυτή μετατρέπεται με την σειρά της από εγωκεντρική, ακέραια και αδιαίρετη, σε συλλογική, επιμεριζόμενη και αλληλέγγυα.

Η πρόσφατη οδυνηρή εμπειρία της ελληνικής Πολιτείας από την εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και σταθερότητας απέδειξε ότι ο Ελλάδα διαθέτει, πράγματι, όλους τους αναγκαίους συνταγματικούς μηχανισμούς ώστε η συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι να συντελείται ακωλύτως, χωρίς νομικά εμπόδια, τόσο σε περιόδους κρίσης όσο και περιόδους ομαλές. Οι εξαιρετικές και επείγουσες περιστάσεις του υπερβολικού δημόσιου χρέους και η αντιμετώπιση της απειλής χρεωκοπίας ή και ακόμη και του Grexit δεν χρειάστηκαν, πάντως, την προσφυγή σε διαδικασίες έκτακτης ανάγκης ή αναστολής ισχύος της συνταγματικής νομιμότητας.

Αντιμετωπίστηκαν με την εφαρμογή των προβλεπόμενων συνταγματικών διαδικασιών έκτακτης νομοθέτησης και λήψης μέτρων δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής, που επιβάλλονται από το ενωσιακό δίκαιο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, εφόσον αιτιολογούνται και δικαιολογούνται, και όχι απλώς αιτιολογούνται από προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τα έκτακτα νομοθετικά άρα μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και διασφάλισης μια μόνιμης και σταθερής δημοσιονομικής ισορροπίας, λήφθηκαν με βάση τις πάγιες συνταγματικές πρόνοιες και διαδικασίες και εντάχθηκαν στο πλαίσιο της ισχύουσας συνταγματικής νομιμότητας και κανονικότητας, την οποία και επιβεβαίωσαν χωρίς να χρειαστεί να την αναστείλουν. Δεν είχαν άρα χαρακτήρα προσωρινό ή μεταβατικό ούτε εξαιρετικό, ούτε βέβαια βρίσκοντας μεταξύ droit et non droit, όπως ισχυρίστηκε μια μερίδα της ελληνικής θεωρίας19. Θεσπίστηκαν για να διαρκέσουν, ήρθαν για να μείνουν, εντάχθηκαν στην ισχύουσα συνταγματική νομιμότητα και αποτελούν, πλέον, μέρος μιας υπό διαμόρφωση, νέας, «συνταγματικής κανονικότητας» 20.

Ακόμη και όταν ενεργοποιούταν η έκτακτη νομοθετική διαδικασία του άρθρου 44 παρ. 1Σ (“Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου πράξεις νομοθετικού περιεχομένου») -και είναι αλήθεια ότι αυτό συνέβαινε αρκετά συχνά, τόσο συχνά που σε ορισμένες περιόδους είχε προσλάβει, δυστυχώς, τον χαρακτήρα κανονικότητας. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η «έκτακτη νομοθέτηση» συντελούταν στο πλαίσιο της ισχύουσας συνταγματικής νομιμότητας.
β) Ανθεκτικότητα δια της άτυπης, μέσω της νομολογίας, μεταλλαγής του Συντάγματος: οι προνομιούχες δικανικές τεχνικές της προσφυγής στην αόριστη έννοια «του δημοσίου συμφέροντος» και στον γνώμονα της «αναλογικότητας»

 

Δεν είναι όμως μόνον η θετή συνταγματική διαδικαστική ευελιξία του στον τομέα της ταχείας νομοθέτησης καθώς και στο τομέα της ενσωμάτωσης των διεθνών συμφωνιών στην ελληνική έννομη τάξη, που συνέτειναν στην ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα του Συντάγματος. Είναι και η άτυπη κανονιστική μετάλλαξή του δια μέσου της ερμηνείας του από την συνταγματική δικαιοσύνη. Η τελευταία ερμηνεύοντας το Σύνταγμα κατά την εκδίκαση υποθέσεων αμφισβήτησης της συνταγματικότητας των νόμων, που υλοποιούν «κρίσιμες» δημοσιονομικές, φορολογικές και ασφαλιστικές πολιτικές, διάπλασε, ανάπλασε και διαμόρφωσε συνταγματικά επιχειρήματα και νομολογικές σταθερές ή γνώμονες, τέτοιους, που επιτρέπουν και προτρέπουν νομοθέτη και κυβέρνηση σε μια ισόρροπη και λελογισμένη αντιστάθμιση της προσβολής των συνταγματικών δικαιωμάτων, ιδίως των κοινωνικών, όταν εξυπηρετούνται, πράγματι, σκοποί δημοσίου συμφέροντος, που ορίζονται από την κυβέρνηση (government).

Έχοντας ως οδηγό και δικαιολογία της προσβολής των δικαιωμάτων που ενδεχομένως επέρχεται, την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος και με σταθερό σταθμιστικό γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, ο δικαστικής της συνταγματικότητας μέτρησε και, ζύγισε συγκεκριμένα, στις υποθέσεις που είχε μπροστά του, με βάση τα νομικά και πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης, το μέγεθος της προσβολής που επέρχεται στο δικαίωμα, ενόψει του σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας πολιτικής που εξυπηρετείται. Και τούτο είναι εμφανές σε όλη τη νομολογία της κρίσης.

Το προστατευτέο άρα κανονιστικό περιεχόμενο ή το νόημα των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν είναι δεδομένο ούτε απαράλλακτο. Το «πραγματικό τους νόημα» δεν το ανακαλύπτει ο δικαστής ούτε το αποκαλύπτει, ως κάτι προηγούμενο και δεμένο, να αναπλάθει και εν μέρει το επινοεί. Το διαμορφώνει, το διαπλάθει, όχι όμως γενικά και αφηρημένα ούτε αυθαίρετα ή εκ του μηδενός. Αλλά πάνω στην προηγούμενη σχετική νομολογία, την οποία συμπληρώνει ή τροποποιεί, ακολουθώντας μεθόδους και όρια καθιερωμένα και δοκιμασμένα και αιτιολογώντας, πάντα, αναλυτικά τις αποφάσεις του.

Πιο συγκεκριμένα, όταν ο δικαστής καλείται να αξιολογήσει ένα νομοθετικό μέτρο υλοποίησης δημόσιας πολιτικής, ενόψει του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται και της προσβολής που επέρχεται σε ένα δικαίωμα, προβαίνει σε σταθμίσεις, σε νομικές εκτιμήσεις ή σε νομικούς χαρακτηρισμούς και σε συνταγματικές αξιολογήσεις δημόσιων πολιτικών. Κρίνει και αξιολογεί, συνταγματικά, μια δημόσια πολιτική με συλλογισμούς και επιχειρήματα, που αρθρώνονται κατά βάση γύρω από δύο συγγενείς και πλησίστιους συλλογισμούς: τον συλλογισμό της συνάφειας μέσου προς τον σκοπό (έλεγχος ορθολογικότητας του μέτρου) και τον συλλογισμό της στάθμισης (σταθμιστικό συλλογισμό) όταν διαπιστώνει ότι συγκρούονται συνταγματικά αγαθά ή συμφέροντα.

Παγίως, τα τελευταία χρόνια η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επιτελεί στην πράξη λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, κρίνει το θεμιτό ή αθέμιτο, το συνταγματικά δικαιολογημένο ή μη δικαιολογημένο μιας προσβολής ή ενός περιορισμού ατομικού ή κοινωνικού δικαιώματος, με κριτήριο ή γνώμονα της κρίσης του, την «αναλογικότητα» και το «δημόσιο συμφέρον»21. Η δικανική αυτή πρακτική αποτελεί ένδειξη ενός προωθημένου και εντατικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Αν και τυπικά ο έλεγχος αυτός είναι προωθημένος σε σχέση με τον έλεγχο της τυπικής συνταγματικότητας, αφού ο δικαστής προχωρεί σε έλεγχο του σκοπού του νόμου, δηλαδή σε έλεγχο της εσωτερικής νομιμότητας. Εντούτοις, ο δικαστής στις υποθέσεις που δικάστηκαν την περίοδο της κρίσης, αυτοπεριορίστηκε στην νομική εκτίμηση και αξιολόγηση των ‘πραγματικών περιστατικών’ που υπάγονταν στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αρκέστηκε στην διαπίστωση της «πραγματικής ή μη» συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος χωρίς να αξιολογήσει ή να σταθμίσει περαιτέρω την καταλληλόλητα, την προσφορότητα ή το ανάλογο και ισόρροπο της προσβολής του δικαιώματος ενόψει του επιδιωκόμενο σκοπού. Αρκέστηκε σε ένα έλεγχο των ορίων, στο πάγιο έλεγχο της αντισυνταγματικότητας και όχι της συνταγματικότητας. Θεώρησε ότι η ουσιαστική αυτή εκτίμηση ανήκει αποκλειστικά στην κυβερνώσα πλειοψηφία και αυτοπεριορίστηκε στη απλή διαπίστωση ή μη της αναγκαιότητας του μέτρου.

γ) Προς μια εύπλαστη ή ήπια συνταγματική κανονικότητα. Η «κρίση», ως στιγμιαία αλλά καθοριστική «ασυνέχεια» μέσα σε μια μακρά συνταγματική συνέχεια.
Η δικανική πρακτική της συχνής και πυκνής προσφυγής του Έλληνα δικαστή της συνταγματικότητας στις έννοιες του «δημοσίου συμφέροντος» και «της αναλογικότητας» δεν αποτελεί πάντως νομολογιακή πρακτική που εμφανίστηκε την περίοδο της κρίσης. Δεν συνιστά μια «εξαιρετική» και μη «κανονική» δικανική διέξοδος της νομολογίας, που οφείλεται στις εξαιρετικές οικονομικές περιστάσεις που διέρχεται η χώρα. Είναι η ίδια, η πάγια νομολογία που ακολουθείται, χρόνια τώρα, τόσο σε κανονική περίοδο όσο και σε περιόδους αλλαγής παραδείγματος, όπως η σημερινή. Η οικονομική κρίση δεν οδήγησε σε αλλαγή δικανικών μεθόδων του δικαστή ούτε στην εφεύρεση ή εφαρμογή νέων. Δεν υπάρχει ούτε έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα νομολογία της κρίσης. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι και παραμένει, κατά βάση, από τότε που καθιερώθηκε, έλεγχος οριακός, έλεγχος ορίων, έλεγχος της αντισυνταγματικότητας και όχι της συνταγματικότητας.

Ο δικαστής εξάλλου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα, ακόμη και όταν προβαίνει σε προωθημένο και ενδελεχή έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, φροντίζει να αυτοπεριορίζεται δικανικά, θέτοντας από μόνος του όρια και δικανικούς αυτοπεριορισμούς στον δικαστικό έλεγχο που επιχειρεί. Αναγνωρίζει άλλωστε από ανέκαθεν, από τότε που καθιερώθηκε, ευρύτατα περιθώρια στην πολιτική εξουσία και άρα και στην πολιτική να καθορίζει, αυτή, ελεύθερα, τις δημόσιες πολιτικές της, στη βάση της κυβερνητικής πολιτικής που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο. Αρκεί η δημόσια αυτή πολιτική, όπως αποτυπώνεται στο νόμο, να μην υπερβαίνει τα όρια του Συντάγματος και να μη θίγει (αρνητική εκφορά) τις συνταγματικές ελευθερίες.

Και αυτό ακριβώς έκανε ο δικαστής της συνταγματικότητας, τόσο την εποχή του κρατικού παρεμβατισμού όσο και την εποχή των ιδιωτικοποιήσεων. Το ίδιο κάνει και στην περίοδο της κρίσης. Οι επί μέρους κριτικές που ασκούνται από σχολιαστές της νομολογίας σε μεμονωμένες δικαστικές αποφάσεις, για αντιφάσεις, παλινωδίες, κενά ή υπερβάσεις, ακόμη και όταν είναι δικαιολογημένες, δεν αναιρούν τις γενικές διαπιστώσεις, που μόλις επισημάνθηκαν ούτε ανατρέπουν την γενική μακροχρόνια τάση της συνταγματικής μας νομολογίας.

Οι νομολογιακές άρα «τομές» που ενδεχομένως παρατηρούνται στην περίοδο της κρίσης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξαίρεση από την κανονικότητα ούτε συνιστούν ανατροπή και μάλιστα «εξαιρετική» της πάγιας νομολογίας. Εντάσσονται στην ισχύουσα συνταγματική κανονικότητα, ως στιγμιαία «ασυνέχεια» μέσα στην συνταγματική συνέχεια, μέσα σε μια μακρά, δύο αιώνων, συνταγματική κοινοβουλευτική παράδοση.

Διαμορφώνουν, ωστόσο, σταδιακά, άτυπα ή άδηλα, μια νέα κανονικότητα. Μια συνταγματική κανονικότητα που χαρακτηρίζεται, σε σχέση με το παρελθόν, από μια εντονότερη κανονιστική (ή νοηματική) «πλαστικότητα ή ηπιότητα», χάρις κυρίως, στην εύπλαστη χρήση των δικανικών εργαλείων της αναλογικότητας και του δημοσίου συμφέροντος.

Μια συνταγματική κανονικότητα που δείχνει, πάντως, να εγκαταλείπει τον μονομερή και μονολιθικό, δικαιωματο-κρατικό προσανατολισμό της, εκείνο της δεκαετίας του 90 και του 10. Την μονομερή, δηλαδή, προσήλωσή του δικαστή της συνταγματικότητας στην προστασία, πάση θυσία και πριν από όλα, των δικαιωμάτων και ελευθεριών των διαδίκων, των ατόμων και των ομάδων. Φαίνεται να συνειδητοποιεί ο δικαστής, τα χρόνια της κρίσης, όλο και περισσότερο, την ανάγκη προστασίας όχι μόνον της συνταγματικής νομιμότητας των δικαιωμάτων αλλά και της νομιμότητας που προάγει και εγγυάται δημόσιες πολιτικές που εξυπηρετούν, πράγματι, σκοπούς γενικότερου δημόσιου, κοινωνικού και οικονομικού συμφέροντος.

Η αλλαγή αυτή προοπτικής γίνεται εμφανής όχι μόνον στις νομολογιακές πρακτικές αλλά και στις νομοθετικές και διοικητικές πρακτικές. Διαφαίνεται ότι αναζητείται απεγνωσμένα μια ισόρροπη και λελογισμένη προστασία, ανάλογα και με τις συνθήκες και τις περιστάσεις, των δικαιωμάτων των ατόμων ή των ομάδων σε συνάρτηση όμως με την ταυτόχρονη προστασία σκοπών και αγαθών δημοσίου συμφέροντος κατά την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών.

Συμπέρασμα: στην εισήγηση μου θέλησα να δείξω, απλώς, μέσα από τα παραδείγματα της νομολογίας αλλά και της νομοθεσίας ότι η Ελλάδα περνά μεν μια τρομακτική διαρθρωτική κρίση προσαρμογής στην νέα οικονομική πραγματικότητα, που φαίνεται ότι δεν είναι παροδική, αλλά θα έχει και διάρκεια και συνέχεια. Και τούτο διότι οι δομές της είναι απαρχαιωμένες και σκουριασμένες και οι διοικητικές της πρακτικές καθώς η πολιτική της κουλτούρα του περασμένο αιώνα.

Πέρα όμως από την κρίση και παρά την κρίση και το ζοφερό, ως προς την προοπτική του, οικονομικό και πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται, η συνταγματική μας πραγματικότητα επιδεικνύει, πάντως, σε αντίθεση με την πολιτική και οικονομική, σημάδια εντυπωσιακής συνταγματικής ανθεκτικότητας και προσαρμογής στην νέα ευρωπαϊκή και παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα.

 

Η προηγούμενη διαδικαστική συνταγματική ευελιξία συνδυάστηκε και συνδυάζεται και με μία ουσιαστική συνταγματική νομιμοποίηση που της χαρίζει επί πλέον μεγαλύτερη ελαστικότητα και σίγουρα ηπιότητα στην εφαρμογή και αξιολόγηση των μέτρων και τελικά πιο στέρεα και πιο ουσιαστική θεμελιωμένη δικαιολογία δηλαδή νομιμοποίηση. Το αποτέλεσμα αυτό διασφαλίζεται μέσα από τις και μαγικές και εύπλαστες νομικά ρήτρες του «δημοσίου συμφέροντος» και της «αρχής της αναλογικότητας». Γνώμονες τελικά και οι δύο αξιολόγησης της ουσιαστικής συνταγματικότητας των νομοθετικών μέτρων που νομοθετούσε το ελληνικό κοινοβούλιο και διαμόρφωνε η Κυβέρνηση.

Η νομολογία το είπε λιτά και περιεκτικά στο σκεπτικό της περίφημης απόφασης 668/2011 Τα μέτρα …αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επιμάχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο(22). Χωρίς να διακόπτει ή να ανατρέπει την πορεία μιας πάγιας νομολογίας, εισάγει ωστόσο μια ασυνέχεια στη νομολογιακή συνέχεια. Παραμένοντας συνεπής σε μια πολύχρονη νομολογιακή πρακτική, η οποία είχε αναγάγει τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος σε κριτήριο και σε ορισμένες περιπτώσεις σε «τεκμήριο» της συνταγματικότητας του νόμου -μια πρακτική που ξεκίνησε το μεσοπόλεμο με τις πρώτες αποφάσεις του ΣτΕ- η σχολιαζόμενη απόφαση προχώρησε σε ενδελεχή δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του νομοθετικού σκοπού (ή των κινήτρων, motifs του νομοθέτη), χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει τη συνταγματικότητα των σκληρών δημοσιονομικών επιλογών του.

Πάντως το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο ενός περιορισμού που επιβάλλεται στην άσκηση ή απόλαυση των ατομικών ή συλλογικών ελευθεριών ή της κοινωνικών δικαιωμάτων κρίνεται, με βάση την πάγια συνταγματική νομολογία στην Ελλάδα, πρώτον από το αν οι σκοποί γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτονται από ένα συνταγματικά προστατευόμενο δημόσιο συμφέρον ή συλλογικό αγαθό και δεύτερο από το αν η έκταση και η ένταση της προσβολής ή του περιορισμού δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τη ανάγκη προστασίας του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

Όπως και τη δεκαετία του ΄80, την εποχή της Μακρόπνοης Πολιτικής του κρατικού παρεμβατισμού και των «σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων», έτσι και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, την εποχή της Μεγάλης οικονομικής κρίσης και της παγκοσμιοποίησης, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αμφισβητεί την εξουσία του νομοθέτη και της κυβερνώσας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να διαμορφώνει και να αποφασίζει τις δημόσιες πολιτικές, κρίνοντας αυτή κατά πρώτο και κύριο λόγο, ποια πολιτική εξυπηρετεί καλλίτερα το δημόσιο συμφέρον. Δηλώνοντας ρητά ότι ασκεί «οριακό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων», άσκησε εντούτοις στην πραγματικότητα, έλεγχο εξονυχιστικό της νομιμότητας του σκοπού μέσω της σταθμιστικής μεθόδου και με γνώμονα το τεστ της αναλογικότητας. Παρέμεινε εντός των καθιερωμένων δικανικών ορίων του ελέγχου της «νομιμότητάς» του χωρίς να εισχωρήσει στα ανεπίτρεπτα πεδία του ελέγχου «σκοπιμότητας».

Έτσι δεν χρειάστηκε για να δικαιολογήσει τα έκτακτα νομοθετικά μέτρα να καταφύγει στη θεωρία των «εξαιρετικών περιστάσεων» ούτε να επικαλεστεί λόγους υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, όπως έκανε σε ορισμένες περιπτώσεις λιγότερο κρίσιμες. Ούτε βέβαια κρίθηκε αναγκαίο να επικαλεστεί λόγους «σωτηρίας της πατρίδας» και άρα δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε καμία ρήτρα του δικαίου της ανάγκης. Δίκασε με βάση την ισχύουσα νομιμότητα και παραμένοντας εντός της νομιμότητας και κυρίως πιστός την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και εντός των ορίων της δικαιοδοτικής εξουσίας του.

 

Μπορεί το Μνημόνιο να είναι ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής, που υπαγορεύτηκε από την Τρόϊκα, δηλαδή από τους εκπροσώπους των θεσμικών δανειστών της στην Ελληνική Κυβέρνηση λόγω του υπέρογκου δημόσιου χρέους της Ελλάδος και του υπερβολικού ελλείμματος που είχε. Είναι όμως, από την άλλη, εξίσου σίγουρο ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί στην άσκηση της δημοσιονομικής της εξουσίας που συνεπάγεται ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης βρίσκουν αρχικό, νομικό έρεισμα στην υποχρέωση συμμόρφωσης της Ελλάδος στις νομικές δεσμεύσεις που ανέλαβε βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών ως μέλος της ΟΝΕ, δηλαδή όταν υπέγραφε, ως κυρίαρχο κράτος, τη συνθήκη του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας καθώς και το Σύμφωνο Σταθερότητας. Με τα εφαρμοστικά μέτρα του Μνημονίου δεν επιβάλλονται επομένως νέοι, απρόβλεπτοι περιορισμοί στη δημοσιονομική «κυριαρχία»’ της Ελλάδος, πέρα από αυτούς που έχουν ήδη επιβληθεί από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Δεν θίχτηκε δηλαδή από το «Μνημόνιο» η δημοσιονομική εξουσία του ελληνικού κράτους περισσότερο, απ΄ ό,τι είχε ήδη θιγεί η εξουσία της να καθορίζει τη δημοσιονομικής της πολιτική στο πλαίσιο των δημοσιονομικών στόχων της Ευρωζώνης και της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της ΣΛΕΕ.

Είναι ηλίου φαεινότερο βέβαια ότι η εξουσία της κυβέρνησης να διαμορφώνει “κυριαρχικά και αυτόνομα” τη δημοσιονομική της πολιτική έχει με το Μνημόνιο στην πράξη εκμηδενιστεί. Το νομικό όμως θεμέλιο του δραστικού αυτού πλήγματος προϋπήρχε του Μνημονίου και είναι λάθος και παραπλανητικό να αποδίδεται ολόκληρος ο περιορισμός της δημοσιονομικής της εξουσίας σε αυτό. Διότι είναι μεν αλήθεια ότι τα μέτρα του Μνημονίου αποτελούν ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής ή οικονομικής πολιτικής που απευθύνονται στην Ελληνική Κυβέρνηση και ότι της έχει επιβληθεί καταναγκαστικά ή και εκβιαστικά. Από την άλλη δεν πρέπει, όμως, να παραβλέπεται ότι το πρόγραμμα αυτό συντάχθηκε από κοινού και πάντως με τη συνεργασία αλλά και τη συναίνεση και πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης. Οι φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις, που συνεπάγονται τα μέτρα, θεσπίζονται και επιβάλλονται στην ελληνική έννομη τάξη με νόμο του Ελληνικού Κοινοβουλίου με βάση τις συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες νομοθέτησης.

Την πολιτική ευθύνη επομένως εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων του Μνημονίου την αναλαμβάνει ακέραια η Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία και επωμίζεται το πολιτικό βάρος και τις πολιτικές συνέπειες της υλοποίησής τους, σύμφωνα με το άρθρο 82 και 84 του Συντάγματος, που την ορίζουν ως υπεύθυνη να διαμορφώνει την κυβερνητική πολιτική της χώρας υπό την έγκριση του Κοινοβουλίου.

Εν πάση περιπτώσει το Μνημόνιο μας αναγκάζει να ξαναδιαβάσουμε το άρθρο 82 του Συντάγματος που ορίζει ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Η συνταγματική αυτή αρχή τηρείται και εφαρμόζεται, ακόμη και σήμερα, την εποχή του Μνημονίου. Μόνο που χρειάζεται μια ερμηνεία που να ενσωματώνει στη φράση “σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων” και την ερμηνευτική δήλωση: “σύμφωνα με τις ισχύουσες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας και ειδικά σύμφωνα με αυτές που απορρέουν από την ένταξή της στην Ευρωζώνη και με βάση την υποχρέωση που έχει αναλάβει να ακολουθεί κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική και να τηρεί τον κανόνα της δημοσιονομικής πειθαρχίας”.

Ο ευρωπαϊκός κανόνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας βαραίνει, σήμερα , ως πολιτική και όχι ως συνταγματική υποχρέωση την ελληνική κυβέρνηση. Ευτυχώς δεν ενσωματώνεται στο κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 82Σ και δεν επιβάλλεται στην κυβέρνηση ως συνταγματική επιταγή, αλλά ως κοινοτικός κανόνας τον οποίο οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της η κυβέρνηση που έχει την πολιτική ευθύνη χάραξης της δημοσιονομικής πολιτικής;.

Η κυβερνητική πολιτική οφείλει επομένως να διαμορφώνεται με σεβασμό στις ευρωπαϊκές υποθήκες της χώρας, αρκεί βέβαια να μη θίγονται οι βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και τα δικαιώματα του ανθρώπου. Από τη στιγμή που η ελληνική Κυβέρνηση διατηρεί ακέραια την πολιτική ευθύνη να διαμορφώνει αυτή τελικά και να αναλαμβάνει τη σχετική ευθύνη απέναντι στο κοινοβούλιο, δεν βλέπω κατά τι θίγεται ή αλλοιώνεται η κοινοβουλευτική βάση του πολιτεύματός μας και σε τελευταία ανάλυση και η δημοκρατική.

H βαθιά και διαρκείας οικονομική κρίση ανάγκασε τις ελληνικές κυβερνήσεις να διαμορφώνουν δημόσιες πολιτικές με κριτήρια αποτελεσματικότητας και της μέγιστης αποδοτικότητας ως προς τον δημόσιο σκοπό που επιδιώκουν λαμβάνοντας υπόψη και σταθμίζοντας σκοπούς δημόσιους συγκρουόμενους και πολλαπλούς και βέβαια τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας στο πλαίσιο πάντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αυτό έχει επιφέρει μια ριζικά αλλαγή στην προσέγγιση του Συντάγματος. Δεν είναι μόνον ούτε καν πρωταρχικά ένα κείμενο εγγύησης των συνταγματικών δικαιωμάτων και ένα κείμενο που πλαισιώνει τις κυβερνητικές δημοκρατικά νομιμοποιημένες πολιτικές που εξυπηρετούν το κοινό καλό. Προκειμένου να επιτελέσει τις λειτουργίες του αυτές οφείλει να προικιστεί με προσαρμοστικότητα και πλαστικότητα με ηπιότητα ώστε να εξυπηρετούνται μετά πάντα από στάθμιση με τήρηση της τυπικής και διαδικαστικής νομιμότητας σκοποί και αξίες συνταγματικά προστατευόμενες.
Η ανέγγιχτη από την κρίση νομιμοποιητική λειτουργία του

Αυτό το τελευταίο το διαπιστώνουμε στην ανέγγιχτη, απείρακτη από την κρίση νομιμοποιητική λειτουργία του Συντάγματος που παραμένει, για όλους τους παράγοντες της πολιτικής και πολιτειακής ζωής αλλά και για την κοινή γνώμη, παρά την πρωτοφανή κρίση θεσμών και αξιών, ένα κείμενο ιερό, θεμελιώδης κανόνας αναφοράς για κρίσεις και αξιολογήσεις πολιτικών συμπεριφορών και κρατικών πράξεων. Η διατήρηση του κύρους άρα του Συντάγματος και βέβαια και της ισχύος του αποτελούν την πρώτη απόδειξη ότι το Σύνταγμα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα ως προς το κύρος του και την νομιμοποιητική και συμβολική λειτουργία.

Δεν αμφισβητείται άρα συνολικά ούτε η αξία του ούτε η σημασία του. H πίστη στην αξία και στην χρησιμότητα του Συντάγματος και ειδικά της τυπικής συνταγματικότητας δεν θίχτηκε.

Τήρηση κατά βάση της συνταγματικής νομιμότητας

Με την νομιμοποιητική λειτουργία του Συντάγματος συναρτάται και η τήρηση κατά βάση της συνταγματικής νομιμότητας.

Οι έντονες πολιτικές αντιδικίες και οι σοβαρές αμφισβητήσεις της συνταγματικότητας νόμων και κυβερνητικών αποφάσεων δεν προκάλεσαν πάντως κρίσης τυπική ή διαδικαστικής συνταγματικής νομιμότητας. Όχι μόνον δεν είχαμε απειλή κατάρρευσης ή άρσης της συνταγματικής νομιμότητας αλλά ούτε καν σοβαρή αμφισβήτηση του κύρους της. Το συνταγματικό κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα λειτούργησε κατά βάση ομαλά και κανονικά, οι συνταγματικές ελευθερίες παρά τους σοβαρούς περιορισμούς και τα πλήγματα που δέχτηκαν, κράτησαν ακέραιες τόσο την τυπική ισχύ τους όσο και την εγγυητική και προστατευτική τους αξία.
Το παράδοξο και εντυπωσιακό μαζί των πολιτικών εξελίξεων στην χώρα μας είναι ότι ενώ η κρίση του πολιτικού συστήματος είναι βαθιά και διαρκείας, από την άλλη, η συνταγματική νομιμότητα και οι θεμελιώδεις αρχές της, όπως η δημοκρατική και η κοινοβουλευτική αρχή ή το κράτος δικαίου δείχνουν μα μένουν ανέπαφες, άθικτες, ως προς την ισχύ και την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Έτσι, ενώ η χώρα μαστίζεται από μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και κατακλύζεται από ένα έντονο ρεύμα αναξιοπιστίας της πολιτικής, η τυπική συνταγματική νομιμότητα μένει ακλόνητη στην θέση της, ατάραχη και σιωπηλή να μας κοιτά με το ολύμπιο βλέμμα της.

1 Η ιδέα της ΄Ανθεκτικότητας΄ του Συντάγματος, και ειδικά του ελληνικού, απέναντι στην κρίση, μου γεννήθηκε παρατηρώντας τη ομαλή, κατά βάση, λειτουργία του πολιτεύματος σε σχέση με την πρωτοφανή οικονομική κρίση που περνά η χώρα. Άρχισα να την επεξεργάζομαι πριν ένα χρόνο περίπου, τον Μάϊο του 2015, με αφορμή την συμμετοχή μου στο Workshop “European Constitutional Law Network“, με θέμα: “Challenging the Legitimacy of Europe”, που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη με πρωτοβουλία της Λίνας Παπαδοπούλου στις 21 και 22 Μαϊου. Η εισήγησή μου είχε ως τίτλο: «The impressive resilience and adaptability of the Constitution-despite the crisis-thanks to its formative interpretation”. Την ξανά επεξεργάστηκα μερικούς μήνες αργότερα και την παρουσίασα με τον ίδιο τίτλο στον Τρίτο Κύκλο Σπουδών Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαιου Νομικής, τον Νοέμβριο του 2015. Όταν η Αλκμήνη Φωτιάδου πληροφορήθηκε για τις διαλέξεις, είχε την καλοσύνη να μου επισημάνει ότι κατά σύμπτωση είχε δημοσιευτεί, τις μέρες εκείνες, ομότιτλη μελέτη της ίδιας και του Ξενοφώντα Κοντιάδη στην Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου. Με χαρά και ιδιαίτερη ικανοποίηση διάβασα την συγκριτική μελέτη τους, που αφορούσε πολλές χώρες, και ομολογώ ότι ωφελήθηκα, τα μέγιστα, αντλώντας ιδέες και αξιοποιώντας πληροφορίες από το πόνημά τους. Οι συγγραφείς επιδιώκουν να διαμορφώσουν μια ολόκληρη συγκριτική θεωρία γύρω από την προβληματική αυτή με άξονα τις συνταγματικές αλλαγές ή αναθεωρήσεις των συνταγμάτων. Η δική μου θεματική είναι πιο περιορισμένη, επικεντρώνεται αποκλειστικά στο παράδειγμα της Ελλάδας, στην εμπειρική παρατήρηση της περίπτωσής της και επιχειρεί με αφετηρία και αφορμή την δημοσιονομική κρίση να διερευνήσει τις αντοχές του τυπικού Συντάγματος και πιο συγκεκριμένα της ελληνικής συνταγματικής τάξης. Παράλληλα, έχοντας διαπιστώσει, πέρα από κάθε προσδοκία, την ανθεκτικότητα του τυπικού Συντάγματος, θέλησα να δοκιμάσω και την αντοχή μερικών βασικών, των κλασσικών για μένα κατηγοριών του Συνταγματικού Δικαίου: της κρατικής και λαϊκής κυριαρχίας, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών καθώς και των κοινωνικών δικαιωμάτων και βέβαια της πραγματολογικής πρόσληψης του Συντάγματος και της αντίστοιχης ερμηνευτικής προσέγγισης του. Τέλος θέλησα να διερευνήσω καλλίτερα τη σημασία -σε καιρό κρίσης πάντα και εκχώρησης κυριαρχικών αρμοδιοτήτων σε όργανα της ΕΕ- των άδηλων τροποποιήσεων του Συντάγματος μέσω της καθημερινής πραγμάτωσής του, αρχίζοντας από την κύρωση των ευρωπαϊκών συνθηκών και συμφωνιών, την πληθωρική νομοθέτηση μέτρων λιτότητας και μάλιστα με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και φθάνοντας μέχρι τις άδηλες συνταγματικές αλλαγές, που επέρχονται στο νόημα των συνταγματικών διατάξεων και αρχών από την συνταγματική νομολογία και γενικά από τη δικαστική κυρίως ερμηνεία του Συντάγματος.

Με αυτές τις εξομολογητικές σκέψεις και τους «φιλόδοξους στόχους επιχειρώ να ανοίξω σήμερα έναν όσο γίνεται πιο τεκμηριωμένο και συστηματικό διάλογο με την κοινότητα των συνταγματολόγων, και ειδικά με τους μαθητές μου.

2 Σχετικά με την «Ανθεκτικότητα» συμβουλεύτηκα για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης κυρίως το βιβλίο των Ξενοφώντοςα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, Συνταγματική αλλαγή, δικαιώματα και κυριαρχία σε συνθήκες κρίσης, Εκδ. Σάκκουλα, 2016, καθώς και την κοινή μελέτη τους, «Η Ανθεκτικότητα του Συντάγματος. Πως αντέδρασαν τα Συντάγματα στην κρίση;», ΕφημΔΔ, 4/2015 σ. 394-416 Για το ίδιο θέμα την αγγλόφωνη μελέτη των ιδίων, X. Kontiades /A. Fotiadou, On Resilience of Constitutions. What makes Constitutions Resistant to the external Shocks?, International Constitutional Law Journal, 1/2015, p. 3-26. Βλέπε σχετικά και τις προγενέστερες μελέτες τους στον συλλογικό τόμο: Constitutions in the Global Financial Crisis. A Comparative Analysis, (Edit. Xenophon Kontiades), Ashgate, 2013, ειδικά την συνθετική μελέτη, των Xenophon Kontiades and Alkmene Fotiadou, How Constitutions Reacted to the Financial Crisis, p. 9-59. Σε ό,τι αφορά την επίδραση της κρίσης στο ελληνικό Σύνταγμα, τη μελέτη των Xenophon Kontiades and Ioannis Tassopoulos, The impact of the Financial Crisis on the Greek Constitution, στον ίδιο τόμο, p. 195-217.

3 Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση παραμερίζει ή κάνει «περιττή την κατάσταση ανάγκης» για τον απλούστατο λόγο ότι η τήρηση του Συντάγματος συνδυάζεται με την προσαρμογή των νοημάτων του είτε μέσω των άτυπων τροποποιήσεων του κανονιστικού περιεχομένου του είτε μέσω της διαπλαστικής και πραγματολογικής ερμηνείας του, στις απαιτήσεις της εξαιρετικής οικονομικής συγκυρίας, που επιβάλλεται και δικαιολογείται λόγω της αναγκαιότητάς της. Βλέπε τις κρίσιμες επισημάνσεις των Ξ. Κοντιάδη/Αλ. Φωτιάδου, Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος., ΕφημΔΔ, 4/2015, σ. 396/7: «Το γεγονός πάντως ότι η αντιμετώπιση της κρίσης δεν επενδύθηκε τη ρητή επίκληση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε καμία από τις πληττόμενες χώρες επιβεβαίωνε την επιφυλακτικότητα ως προς την χρησιμότητα ενός θεσμού που ενδεχομένως στις σύγχρονες δημοκρατίες έχει καταστεί πλέον περιττός…» ή έχει εκλείψει. Άλλωστε όπως επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς: «Οι έκτακτες οικονομικές συνθήκες ενδέχεται μεν να εμπίπτουν στη ευρύτερη κατηγορία της εξαιρετικής ανάγκης, χωρίς ωστόσο να αποτελούν μία κατά νομική κυριολεξία κατάταση έκτακτης ανάγκης. Έτσι η χρήση νομοθετικών πράξεων της εκτελεστικής εξουσίας έλαβε έναν πιο μόνιμο χαρακτήρα. Επιπλέον οι πράξεις αυτές υπέστησαν μια ποιοτική μετάλλαξη καθώς δεν αφορούσαν πλέον κατά κανόνα επείγοντα ζητήματα χωρίς εθνική εμβέλεια αλλά αντιθέτως ευρύτατα ρυθμιστικά πεδία μείζονος σημασίας» (σ.407). Είναι επομένως κατά την γνώμη μου εντελώς αβάσιμη η άποψη ότι η χώρα βρίσκεται τελικά υπό ένα καθεστώς διαρκούς και παρατεταμένης «έκτακτης ανάγκης» (état d’exception, όπως είχα αφήσει να εννοείται σε ένα κείμενό μου γραμμένο το 2011, επηρεασμένος από τις αναλύσεις των Τόνυ Νέγκι και Αγκαμπεν. Κατά άλλα όμως οι αναλύσεις εκείνες δεν έχουν χάσει την αξία τους για την μακροπρόθεσμη αλλαγή που έφερε στην άσκηση της κυριαρχίας η παγκοσμιοποίηση. Βλέπε Αντ. Μανιτάκη, ). Η κατάσταση ανάγκης προϋποθέτει ή συνεπάγεται αναστολή ισχύος μέρους του Συντάγματος. Άλλωστε ουδέποτε τα δικαστήρια έχουν επικαλεστεί για να δικαιολογήσουν τα μέτρα ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» ούτε επικαλέστηκαν ποτέ τον όρο «εξαιρετικές περιστάσεις» για να δικαιολογήσουν προσβολές στα δικαιώματα. Η τυχόν επίκληση τέτοιου λόγου θα υπονοούσε εξάλλου ότι τα μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι κάποτε θα πάψουν να ισχύουν και η χώρα θα επανέλθει στην προτεραία κανονικότητα. Η εξέλιξη ωστόσο των πραγμάτων και η απλή ακόμη παρατήρηση το διαψεύδει. Το ίδιο και η ανάγνωση της νομολογίας. Δεν επιτρέπεται για τον λόγο αυτό να εξομοιώνεται η επίκληση από τα δικαστήρια των λόγων «γενικότερου, κοινωνικού και οικονομικού ή δημοσίου συμφέροντος» για τη δικαιολόγηση των μέτρων με το δίκαιο της ανάγκης. Εξάλλου η δικαστική κρίση που βασίζεται και σταθμίζει την «αναγκαιότητα» ενός μέτρου, προκειμένου να κρίνει το συνταγματικά θεμιτό ή αθέμιτό του, το κάνει στο πλαίσιο του τεστ ή του γνώμονα της αναλογικότητας, στο πλαίσιο δηλαδή του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας ή της συνταγματικότητας και όχι στο πλαίσιο ενός δικαστικού ελέγχου «εκτός νομιμότητας» ή για να δικαιολογηθεί μια προσωρινή και μεταβατική κατάσταση παράκαμψης της συνταγματικής νομιμότητας. Η επίκληση της «αναγκαιότητας» του μέτρου δηλώνει εδώ μία απλή διαβάθμιση της αναλογικότητας, κάτι που δεν έχει σχέση με το «δίκαιο της ανάγκης», που επικαλούνται ορισμένοι συγγραφείς για να χαρακτηρίσουν από συνταγματική άποψη τα μέτρα, όπως η Iphigenie Kamtsidou,. Un état d’exception nullement exceptionnel. La crise souveraine et le crépuscule de la Constitution. Un aperçu historique, www.constitutionalism.gr.

4 Βλέπε σχετικά την κατατοπιστική μελέτη του Γ, Δρόσου, Η κρίση της οικονομίας και η κρίση του δικαστή, ΕφημΔΔ, 1/2015,15-25, που δίνει ένα περιεκτικό πανόραμα της νομολογίας της «κρίσης» των χώρων που γνώρισαν τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς και εκείνων που δάνεισαν τις χώρες σε προγράμματα λιτότητας, όπως η Γερμανία. Από την παρουσίαση φαίνεται καθαρά η τάση διαμόρφωσης μιας νομολογίας, που βρήκε άλλωστε συνήγορο και το ΕυρΔΔΑ, που δικαιολόγησε καταφάσκοντας συνταγματικά, σε γενικές γραμμές, τα μέτρα λιτότητας με προσφυγή στις ρήτρες «δημοσιονομικής ισορροπίας, πειθαρχίας, δημοσιονομικού συμφέροντος ή σταθερότητας» και άλλες παρεμφερείς. Στόχοι δημοσιονομικής πολιτικής που βρίσκουν άλλωστε έρεισμα στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Για τις συνέπειες της κρίσης χρέους στην Ευρώπη με επίκεντρο την Ελλάδα, τις επισημάνσεις του ίδιου Yiannis Drossos, “Yesteday”, του ίδιου ‘Loves’ Labour΄ s Lost: fighting austerity and crisis with obiter dicta. A gloss on the expediency of constitutional justice in times of crisis”, and ‘Greece the Sovereignty of the Debt, the Sovereigns over the Debts and some Reflections, www.constitutionalism.gr.

5 Για όλα αυτά, αναλυτικά, τις διεισδυτικές σκέψεις του Γ. Καραβοκύρη, Το Σύνταγμα και η κρίση. Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Κριτική, 2014, ιδίως, σ.17 επ., 38-40, 44, 49 και ειδικά για την κανονικότητα της εξαίρεσης, σ. 153-155.
6 Βλέπε ενδεικτικά τις μονογραφίες Παναγιώτη Μαντζούφα, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, εκδ. Σάκκουλας, 2014 καθώς και τον τίτλο απλώς του βιβλίου του Γ. Καραβοκύρη, Το Σύνταγμα και η κρίση, Κριτική, 2014, ό.π.
7
8 Για όλα αυτά και ειδικά για την προσαρμοστικότητα ως μία από τις διαβαθμίσεις της προσαρμοστικότητας ορισμένων συνταγμάτων σε περιόδους κρίσεις, βλέπε αναλυτικά Ξενοφώντα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, (2016) σ. 100 και 110 επ. Των ίδιων Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος…ΕφημΔΔ, 2015, σ. 389 επ.
9 idem
10 Για την κρίσιμη και ευμετάβλητη σχέση ανθεκτικότητας, αντοχής, έκτακτης ανάγκης και κυρίως κανονικότητας ή ομαλότητας, τις αναλύσεις των Ξενοφώντα Κοντιάδη και Αλκμήνης Φωτιάδου, Ανθεκτικότητα, ό. π., σ. 137-141 και 407 ( «413 επ. 11 Idem σ. 102 και σ. 398. Βλέπε αναλυτικά στο δεύτερο μέρος της μελέτης
12 Ανάλυση και τεκμηρίωση των σκέψεων αυτών στο δεύτερο μέρος
13 Idem.
14 Για το τεράστιο και καίριο ζήτημα της ερμηνείας του Συντάγματος θα ασχοληθώ αναλυτικά στο τέλος της μελέτης. Έχω μελετήσει, καθυστερημένα μεν αλλά αρκούντως, πιστεύω, την αιρετική, σχετική θεωρητική πρόταση του Γιώργου Καραβοκύρη, που μόλις λίγο πριν από την κρίση κατέθεσε στο ελληνική συνταγματική θεωρία, με δύο αξιοπρόσεκτες μελέτες του, «πυρ και μανία» κατά του ελληνικού κρατικού θετικισμού και του «ιστορικο-εξελικτικού και γραμματικού ερμηνευτισμού», που αναρτήθηκαν και οι δύο: ”Το μνημόνιο και ο λόγος περί κυριαρχίας» ((http://www.constitutionalism.gr/1961-to-mnimonio-kai-o-logos-peri-kyriarhias/), καθώς και «Κυριαρχία και ερμηνεία αναζητώντας τον κυρίαρχο λαό» http://www.constitutionalism.gr/2184-kyriarhia-ki-ermineia-anazitwntas-ton-kyriarho-lao/ στο constitutionalism.gr Ο αιχμηρός διάλογος που άνοιξε μαζί του τότε ο Κ. Στρατηλάτης διακόπηκε απότομα(‘Περί του δήθεν ανεύρετου λαού και περί του θετικισμού, Απάντηση στον Γ. Καραβοκύρη’ στο constitutionalism.gr) (http://www.constitutionalism.gr/2018-peri-toy-diten-aneyretoy-laoy-kai-peri-toy-tetikis/). Την ερμηνευτική πρόταση του Καραβοκύρη που εξειδίκευσε αργότερα στην προαναφερθείσα μονογραφία του «Σύνταγμα και κρίση» θα επιχειρήσω να συζητήσω πιο διεξοδικά, ανοίγοντας έναν νέο διάλογο για την ερμηνεία του Συντάγματος που ξεκίνησε στην Ελλάδα κυρίως με την ψήφο Αλευρά και συνεχίστηκε με την ερμηνευτική θεωρία του Δημήτρη Τσάτσου περί ερμηνευτικής προεπιλογής, (Βλέπε σχετικά Αρ. Μάνεση και Αντ.Μανιτάκη, “Ο θεσμός της αναπλήρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το ισχύον Σύνταγμα”, Νομικό Βήμα, 1991, σ. 1 επ. (και αυτοτελής έκδοση Αντ. Σάκκουλα, Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου, τ. 24, 1993), (Δημήτρη Τσάτσου, και έμεινε και αυτός στη μέση.
15 Κοντιάδη- Φωτιάδου, idem, σ. 102, 130-132 και από τη μελέτη τους στην ΕφημΔΔ., σ. 401 επ. με αναφορές στη ελληνική νομολογία, αν καi με διστακτικότητα και επιφυλάξεις κατατάσσουν οι δύο συγγραφείς την ανθεκτικότητα του ελληνικού συντάγματος στην κατηγορία του Συντάγματος που συνδυάζει την ανθεκτικότητα με την άτυπη μεταβλητότητά του.
16 Βλέπε σχετικά Γ. Καραβοκύρη, ό.π., σ.
17 Για τη σχέση ερμηνείας και επιχειρηματολογίας καθώς και για την σταθμιστικό συλλογισμό σε σχέση με την κλασσικές μεθόδους ερμηνείας θα επανέλθουμε πιο κάτω.
18 Για όλα αυτά αναλυτικά στις μελέτες μου, Τα Συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου, Δικαιώματα του Ανθρώπου, 51/2014. 689-719, Τα Συνταγματικά Ζητήματα του Μνημονίου εν όψει μοιρασμένης κρατικής και επιτηρούμενης δημοσιονομικής κυριαρχίας, Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μπάρμπα, Σάκκουλας, 3013. σ. 155-178 και Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και η ανάδυση μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, την εποχής της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε συνθήκες παγκοσμοποίησης, σε «Δημοκρατία, Σύνταγμα Ευρώπη στην εποχή της κρίσης», Μελέτες στη Μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου, Σαββάλας, 2012, σ. 145-162, καθώς και ένα πρώτο σχόλιο στην σκληρή απόφαση (hard case), ΣτΕ 668/2012, Τα memorandum of understanding το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας υπό την κρίση της ελληνικής συνταγματικής δικαιοσύνης, «Σύνταγμα, Δημοκρατία, και πολιτειακοί θεσμοί», Μνήμη Γιώργου Παπαδημητρίου, ΙΙ, Σάκκουλας, 2013, σ. 667-685.
19 Αντίθετος ο Constantin Yiannakopoulos, Un Etat devant la faillite : entre droit et non-droit, www.constitutionalism.gr, του ίδιου, Be tween national and euro péan legal order as reproduction of the crisis of the rule of law, www.constitutionalism.gr
20 Έτσι και ο πρώην υπουργός και καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, Venizelos Evangelos, State Trasformation and the European Integration Project. Lessons from the Financial Crisis of GreeK Paradigm. www.constituionalism.grhttps://www.ceps.eu/system/files/SR%20No%20130%20State%20Transformation%20and%20European%20Integration.pdf Και Γ. Καραβοκύρη, ό.π., σ. 153 επ.

21 Ειδικά για τον ρόλο της αναλογικότητας την ελληνική νομολογία της κρίσης την μελέτη των X. Kontiades/A. Fotiadou, Social Rights in the Age of Proportionality: Global Economic Crisisand Constitutional Litigation, International Journal of Constitutional Law, 3/2012, p. 660-686.

Η ανθεκτΣυντΑthens 17 02final 30 07